Εκκρεμείς αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ πρώτου βαθμού

Αθήνα, 26 Οκτωβρίου 2015

Προς

  1. Ομοσπονδία Τελωνειακών Υπαλλήλων Ελλάδος
  2. Σωματείο Υπαλλήλων Γενικού Χημείου του Κράτους
  3. Κάθε ενδιαφερόμενο δημόσιο υπάλληλο του κλάδου των τελωνειακών ή χημικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
  4. Κάθε συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο του κλάδου τελωνειακών ή χημικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

Θέμα: «Εκκρεμείς αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ πρώτου βαθμού»

  1. Σύμφωνα και με τις προηγούμενες ανακοινώσεις μας, το Συμβούλιο της Επικρατείας, μετά την έκδοση των πρώτων αποφάσεων της περιόδου 2012-2013, με τις οποίες εξαφάνισε τις πρωτόδικες αποφάσεων ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ και επέβαλε δικαστική δαπάνη 920 € ανά προσφυγή, ανέβαλε συστηματικά την εκδίκαση των υπολοίπων προσφυγών, προκειμένου το Ελληνικό δημόσιο, μέσω του ΝΣΚ και του Υπουργείου Οικονομικών, να εξεύρει διοικητική διαδικασία ώστε όσοι τελωνειακοί/χημικοί υπάλληλοι έχουν εκκρεμείς υποθέσεις ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ στο ΣτΕ, να έχουν τη δυνατότητα επιστροφής των ποσών που εισέπραξαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και μετά την καταβολή του, να καταργηθεί η δίκη ανεξόδως.
  2. Δυστυχώς, παρόλο την επίμονη και επίπονη προσπάθεια της ΟΤΥΕ, τη σύνταξη από εμάς γνωμοδοτικού σημειώματος, σχεδίου τροποπολογίας, σχεδίου εγκυκλίου και τη διενέργεια συναντήσεων με υπηρεσιακούς παράγοντες του Υπουργείου Οικονομικών και με στελέχη του ΝΣΚ, ουδέν αποτέλεσμα επιτεύχθηκε και το ζήτημα παραμένει άλυτο από τις αρχές του 2014….!!! Με άλλα λόγια, το Ελληνικό Δημόσιο αδυνατεί να υποδείξει διαδικασία επιστροφής των χρημάτων κατά τη διάρκεια εκκρεμοδικίας και τερματισμό της επίδικης διαφοράς…!!!.
  3. Ακόμη χειρότερα, το ΝΣ λόγω έλλειψης νομοθετικής πρόβλεψης, δεν παραιτείται από την εκδίκαση αναιρέσεων ακόμη και από όσες υποθέσεις, κατάφεραν τελωνειακοί και χημικοί, σε συνεργασία με τις Δ.Ο.Υ,  να επιστρέψουν τα ληφθέντα ποσά.
  4. Από την άλλη πλευρά, το ΣτΕ, αναθεώρησε, ευλόγως εάν και καταδήλως όψιμα, τη νομολογιακή του στάση του ως προς το ζήτημα των δικαστικών δαπανών και πρόκειται να επιβάλει πλέον δικαστική δαπάνη 200 € ανά προσφυγή (240 € μαζί με τον ΟΓΑ). Ωστόσο, επειδή υπάρχουν ακόμη περιπτώσεις που δεν έχουν επιλυθεί, όπως για μεμονωμένες προσφυγές ή προσφυγές που εκδικάσθηκαν από το ΣτΕ σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, σκόπιμο θα ήταν η νομική επιμέλεια των υποθέσεων από τους προσφεύγοντες και τους δικηγόρους τους, προκειμένου να  επιλυθούν και αυτά με το πλέον συμφέροντα τρόπο. Επίσης, είναι άγνωστη η νομική αντιμετώπιση από το ΣτΕ των προσφυγών που επεστράφησαν τα ληφθέντα ποσά, πριν την εκδίκαση των αιτήσεων αναιρέσεων.
  5. Συνοψίζοντας, το ΣτΕ εφεξής θα εκδικάσει τις εκκρεμείς υποθέσεις στο ΣτΕ και θα επιβάλει δικαστική δαπάνη 200 € ανά προσφυγή. Ακολούθως, η αποστολή σημειώματος από το ΝΣΚ για τη βεβαίωση των εξόδων στις Δ.Ο.Υ των προσφευγότων, λαμβάνει χώρα σε περίπου δύο έτη από την ημεροχρονολογία της εκδίκασης της αίτησης αναίρεσης. Παράλληλα, μετά την έκδοση της απόφασης από το ΣτΕ, η υπόθεση διαβιβάζεται εκ νέου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο, το οποίο επανεκδικάζει την υπόθεση, εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση και διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου (τα 25 € που είχαν καταβληθεί κατά την άσκηση της προσφυγής). Δεν επιβάλλεται νέα δικαστική δαπάνη. Στη συνέχεια, η Δ.Ο.Υ. προβαίνει σε επανεκκαθάριση της αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης (πχ. 2001,2002, 2003) και ζητά την επιστροφή των ποσών.
  6. Τέλος, υπενθυμίζουμε ότι:

(α) Εκτός των υποθέσεων που εκκρεμούν ήδη στο ΣτΕ, ουδεμία αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τις αρχές του 2013 και μετά και ως εκ τούτου για τους υπόλοιπους προσφεύγοντες, οι υποθέσεις έχουν τερματισθεί οριστικά.

(β) Αναιρέσεις κατά αποφάσεων ΔΕΤΕ που ασκήθηκαν μετά τις 21.2.2012, θα απορριφθούν από το ΣτΕ

(γ) Αναιρέσεις κατά αποφάσεων ΔΕΧΕ που ασκήθηκαν μετά τις 21.11.2012, θ’απορριφούν από το ΣτΕ

Στη διάθεση σας για κάθε διευκρίνηση,

Με εκτίμηση,

Νικόλαος Γ. Νάκης

Ειδική παροχή των 176 Ευρώ του αρθρ. 14 ν. 3016/2002

Αθήνα, 12 Οκτωβρίου 2015

 

Προς

  1. Ομοσπονδία Τελωνειακών Υπαλλήλων Ελλάδος
  2. Κάθε ενδιαφερόμενο δημόσιο υπάλληλο του κλάδου των τελωνειακών υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
  3. Κάθε συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο του κλάδου των τελωνειακών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

 

Αξιότιμοι κύριοι,

Θέμα: «Ειδική παροχή των 176 Ευρώ του αρθρ. 14 ν. 3016/2002»

Αναφορικά με την εξέλιξη της δικαστικής διεκδίκησης για την καταβολή της μισθολογικής διαφοράς των 176 € κατ’αρθρ. 14 ν. 3016/2002, παρακαλώ όπως λάβετε υπόψη σας τ’ακόλουθα:

  1. Προσφάτως, εξεδόθη υπ’αριθμ. 1676/2015 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα 17ο, Μονομελές), μετά την άσκηση της από 28.12.2006 και με αριθμ. καταθ. 52119/2006 αγωγής σαράντα εννέα (49) τελωνειακών υπαλλήλων.Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι δεν συντρέχει η αναγκαία κατά το νόμο προϋπόθεση για τη χορήγηση της παροχής αυτής στους ενάγοντες τελωνειακούς, διότι αυτοί ελάμβαναν κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα την πρόσθετη μισθολογική παροχή του άρθρου 13 παρ. 7 και 8 του ν. 2470/1997 και του άρθρου 12 του παρ. 8 και 9 του ν. 3205/2003, ήτοι την ειδική αποζημίωση Δ.Ε.Τ.Ε., που υπερέβαινε το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι Ευρώ. Μάλιστα, κρίθηκε περαιτέρω ότι η παροχή αυτή δεν χορηγείται ούτε κατ’ανάλογη εφαρμογή της αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ανεξαρτήτως κι αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη συνταγματική αυτή αρχή δικαίωμα των διοικουμένων και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοίκησης για την επέκταση της νόμιμης δράσης της, αδιαφόρως αν αυτή ασκείται με ατομικές ή κανονιστικές πράξεις.
  2. Αξίζει δε να υπομνησθεί, ότι η ως άνω υπ’ αριθμ.   1676/2015 απόφαση του ΜΔΠΑ, συνάδει απόλυτα με την προσφάτως παγιωμένη νομολογία  που αφορά επίσης τελωνειακούς υπαλλήλους (ιδ. 761/2010 ΤρΔΠρωτΠειρ κλπ.) αλλά και τη νομολογία του ΣτΕ για άλλες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων (ιδ. 165/2014 ΣτΕ Στ τμήμα, Πρόεδρος κος Μ. Καραμανώφ – Εισηγήτρια Β. Πλαπούτα επί αγωγής δικαστικών υπαλλήλων).
  3. Συνεπώς, η ευδοκίμηση της αγωγής και η έκδοση αμετάκλητης απόφασης για την είσπραξη της ως άνω μισθολογικής διαφοράς, κρίνουμε ότι έχει περιορισμένες πιθανότητες. Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν υφίσταται ad hoc απόφαση του ΣτΕ για την κατηγορία των τελωνειακών υπαλλήλων, δεν μπορεί να αποκλεισθεί με απόλυτη βεβαιότητα το ενδεχόμενο ανατροπής της πρωτόδικης απόφασης στο δεύτερο βαθμό αλλά και ακολούθως στην ακυρωτική διαδικασία.
  4. Ως εκ τούτου, εφόσον οποιοσδήποτε από τους ενάγοντες της ανωτέρω απόφασης, επιθυμεί την άσκηση έφεσης, οφείλει να:

(α) Αποτανθεί στο γραφείο μας μέσα σε προθεσμία 60 ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφαση, ήτοι μέχρι 09.12.2015.

(β) Να καταβάλει παράβολο 75 € (αρθρ. 277 παρ. 2 & 5 ΚΔοικΔικ). Η καταβολή δύναται να γίνει και ηλεκτρονικά (e-παράβολο) από τον εκακλούντα και να μας προσκομισθεί η εκτύπωση.

(γ) Τα λοιπά έξοδα (τέλη γραμματείου προείσπραξης & κινητά ένσημα) ανέρχονται σε 150 € στο σύνολο τους και  θα διαιρεθούν με τον αριθμό των εκκαλούντων, ο οποίος θα προκύψει από το δικόγραφο της έφεσης όταν κατατεθεί.  

(δ) Δεν απαιτείται η καταβολή αμοιβής, λόγω της υφιστάμενης εργολαβικής συμφωνίας

(ε) Δεν απαιτείται η παράσταση κατά την εκδίκαση της έφεσης, η δε κατάθεση των εξουσιοδοτήσεων και των παραβόλων θα γίνει από εμάς χωρίς χρέωση.

  1. Το γραφείο μας θα ενημερώσει τηλεφωνικά όλους τους ενάγοντες στην ανωτέρω υπόθεση, πλην όμως επειδή παρήλθαν εννέα (9) έτη από την άσκηση της αγωγής και τα στοιχεία επικοινωνίας πολλών εξ αυτών έχουν αλλάξει, παρακαλούμε όπως όλοι οι τελωνειακοί που έχουν ασκήσει αγωγή για το επίδομα των 176 Ευρώ, να επικοινωνήσουν μαζί μας προκειμένου να μάθουν για την πορεία της υπόθεσής τους και εφόσον συγκαταλέγονται στους διαδίκους της ανωτέρω απόφασης, νας μας ενημερώσουν εάν επιθυμούν να ασκήσουν έφεση.

Στη διάθεση σας για κάθε περαιτέρω διευκρίνηση,

Με εκτίμηση,

Νικόλαος Γ. Νάκης

«Δικονομική αντιμετώπιση της επιβληθείσας δικαστικής δαπάνης στις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκαναν δεκτές αναιρέσεις του Ελληνικού Δημοσίου κατά των πρωτοδίκων αποφάσεων ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ»

Προς

  1. Ομοσπονδία Τελωνειακών Υπαλλήλων Ελλάδος
  2. Σωματείο Υπαλλήλων Γενικού Χημείου του Κράτους
  3. Κάθε ενδιαφερόμενο δημόσιο υπάλληλο του κλάδου των τελωνειακών ή χημικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
  4. Κάθε συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο του κλάδου τελωνειακών ή χημικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

Αξιότιμοι κύριοι,

Θέμα: «Δικονομική αντιμετώπιση της επιβληθείσας δικαστικής δαπάνης στις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκαναν δεκτές αναιρέσεις του Ελληνικού Δημοσίου κατά των πρωτοδίκων αποφάσεων ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ»

  1. Αναφορικά με τις αναιρέσεις των πρωτόδικων αποφάσεων ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ και σε συνέχεια των προηγούμενων ανακοινώσεών μας (7.8.2013 & 5.5.2014), διασαφηνίζουμε τα ακόλουθα:
  1. To ιστορικό της άσκησης των προσφυγών ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ έχει ως εξής:

(α) Οι πρώτες προσφυγές ασκήθηκαν το 1997 στην επαρχία και ειδικότερα στο Μεσολλόγι και στο Αγρίνιο. Μετά την έκδοση θετικών αποφάσεων στο πρώτο βαθμό και ακολούθως την απόρριψη των εφέσεων του Ελληνικού Δημοσίου στο δεύτερο βαθμό, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε αναίρεση στο ΣτΕ. Επ’αυτής εξεδόθη η με αριθμ. 881/2003 απόφαση του, η οποία έκρινε ότι δεν συντρέχουν δημοσιονομικοί λόγοι παράκαμψης του ορίου των 2.000.000 δρχ. (το οποίο ήταν τότε το ελάχιστο ύψος μίας διοικητικής διαφοράς για την άσκηση αναίρεσης).

(β) Ακολούθως, δεδομένου ότι είχαν εξαντληθεί όλοι οι βαθμοί δικαιοδοσίας, το γραφείο μας σε συνεργασία με την Ομοσπονδία Τελωνειακών Υπαλλήλων Ελλάδος καθώς το Σωματείο Υπαλλήλων του Γενικού Χημείου του Κράτους, εκτίμησε ότι υφίσταται πλέον συγκροτημένη νομολογιακή γραμμή για την άσκηση προσφυγών, οι οποίες θα έχουν μεγάλες πιθανότητες ευδοκίμησης. Σημειώνεται ότι το γραφείο μας ακολούθησε στενή ερμηνεία των διατάξεων περί παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου και ασκούσε από το τέλος του 2003 και εφεξής, προσφυγές μόνο για τα τελευταία τρία οικονομικά έτη.

(γ) Οι εκτιμήσεις μας αυτές επιβεβαιώθηκαν, ήτοι τόσο το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά στην συντριπτική του πλειονότητα  (90%) όσο και το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (με ποσοστό ευδοκίμησης 70-80%) έκαναν δεκτές τις προσφυγές. Σημειώνουμε ότι μετά την έκδοση θετικής απόφασης και την επίδοση της στη Δ.Ο.Υ., η τελευταία προέβαινε σε αυτεπάγγελτη συμμόρφωση με την απόφαση, επανεκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης και επιστροφή του φόρου, χωρίς οποιοδήποτε αίτημα του προσφεύγοντος. Με άλλα λόγια, δεν υπήρχε δυνατότητα παρακράτησης των χρημάτων από τη Δ.Ο.Υ μέχρι την έκδοση απόφασης είτε επί της ασκηθείσας έφεσης είτε επί ασκηθείσας αναίρεσης.

(δ) Επί των πρωτόδικων αποφάσεων που είχαν εκδοθεί μέχρι 7.6.2008, ασκήθηκαν ενίοτε (και όχι πάντα – όπως έχουμε αναφέρει στα προηγούμενα σημειώματα μας), εφέσεις από τις Δ.Ο.Υ, οι οποίες, σχεδόν όλες, απορρίπτονταν από τα Τριμελή Διοικητικά Πρωτοδικεία (τα οποία εκδίκαζαν τις υποθέσεις σε δεύτερο βαθμό). Τονίζουμε ότι σε όσες υποθέσεις απορρίφθηκαν πρωτοδίκως οι προσφυγές όπως επίσης και σε όσες έγιναν δεκτές οι εφέσεις του Ελληνικού Δημοσίου, ουδεμία δικαστική δαπάνη επιβλήθηκε σε βάρος του προσφεύγοντος.

(δ) Στις 7 Ιουνίου 2008, τροποποιήθηκε ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, δυνάμει του ν. 3659/2008, οπότε το όριο για την άσκηση έφεσης ανήλθε στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000 €). Ως εκ τούτου, οι Δ.Ο.Υ δε μπορούσαν εφεξής να ασκήσουν έφεση κατά των πρωτόδικων αποφάσεων (όσες ασκήθηκαν απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες από τα Διοικητικά Εφετεία) και απέμεινε μόνο η άσκηση αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης.  Όπως, έχουμε ήδη επισημάνει, δεν ασκήθηκαν αναιρέσεις από όλες τις Δ.Ο.Υ. κατά όλων των πρωτόδικων αποφάσεων που τους επιδόθηκαν μετά την 7.6.2008. Χαρακτηριστικά, στο γραφείο μας, το ποσοστό των αναιρέσεων επί πρωτόδικων αποφάσεων ανέρχεται σε 20% επί του συνόλου των προσφυγών.

  1. Επί των αναιρέσεων αυτών, εμφανίσθηκε η ακόλουθη περιπτωσιολογία:

2.1 Η πρώτη νομολογιακή γραμμή διαμορφώθηκε μετά τη δημοσίευση του Ν. 3772/2009, δυνάμει του άρθρου 35 παρ.1 του οποίου, εισήχθη, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης εκ μέρους του Δημοσίου, η προϋπόθεση το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς να υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) Ευρώ. Με την ίδια διάταξη, προβλέφθηκε κάμψη του κανόνα αυτού,  εφόσον η επίλυση της διαφοράς έχει ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις ή με την εκδοθησομένη απόφαση επιλύεται ένα σπουδαίο νομικό ζήτημα. Υπό το νομοθετικό αυτό πλέγμα, εξεδόθη η με αριθμ. 3325/2011 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ (Δ.Ο.Υ. Ν. Ηρακλείου κατά Ιωαννίδη), με την οποία απερρίφθη η αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του σχετικού ισχυρισμού του Ελληνικού Δημοσίου περί εξαίρεσης από το χρηματικό όριο των 40.000 € λόγω σπουδαίου νομικού ζητήματος «αναγόμενο στη νομιμότητα της αυτοτελούς φορολόγησης των ΔΕΤΕ με συντελεστή 15%».Συνεπεία της ως άνω αποφάσεως, σημαντικός αριθμός αναιρέσεων κατά των πρωτόδικων αποφάσεων ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ  απορρίπτονταν, σε δικαστικό σχηματισμό συμβουλίου, ως προδήλως απαράδεκτες, και αρχειοθετούνταν. Έτσι, σε μία σειρά υποθέσεων εντολέων μας (ΔΟΥ Ν. Ηρακλείου κατά Ν. Χ., ΔΟΥ Χαϊδαρίου κατά Α. Κ., Δ.Ο.Υ Βύρωνα κατά Α. Μ.  κλπ), παρά το γεγονός ότι ασκήθηκαν αναιρέσεις, αυτές τελικά αρχειοθετήθηκαν και οι εντολείς μας διατήρησαν τα επιδικασθέντα σε αυτούς, δυνάμει των πρωτόδικων αποφάσεων, ποσά.

2.2 Επιπρόσθετα, με το αρθρ. 3 του ν. 3900/2010 προβλέφθηκε ότι το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους έπρεπε υποχρεωτικά να γνωμοδοτήσει για την πιθανότητα ευδοκίμησης της αναίρεσης εντός τριών μηνών από την άσκηση της, διαφορετικά η υπόθεση αρχειοθετούνταν στο δικαστήριο που είχε ασκηθεί. Η ισχύς της διάταξης αυτής ήταν βραχύβια, πλην όμως κατά τη διάρκεια της αρχειοθετήθηκαν ορισμένες αναιρέσεις του Ελληνικού Δημοσίου κυρίως από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά , το οποίο εφάρμοσε άμεσα τη διάταξη (Σπ.Δ., Χρ. Ι., Κ. Ν., Σ Ντ.- Κ. κλπ)

2.3 Μετά όμως τη δημοσίευση της υπ΄αριθμ. 670/2012 αποφάσεως ΣτΕ, με την οποία το Β΄τμήμα αποφάνθηκε σε αίτηση αναίρεσης υπερ του νόμου από το Γενικό Επίτροπο, ότι είναι συνταγματική η φορολόγηση των ΔΕΤΕ (τονίζουμε ότι η αναίρεση υπερ του νόμου αποτελεί ουσιαστικά ερμηνευτική διαδικασία και έχει θεωρητικές συνέπειες  και για το λόγο αυτό κατά την εκδίκαση της δεν επιτρέπεται παράσταση του αναιρισβλήτου), το Β τμήμα του ΣτΕ σε εμβόλιμες δικασίμους, κατά κύριο λόγο στις 22.5.2012 και 5.6.2012, προσδιόρισε τις εκκρεμείς μέχρι τότε αναιρέσεις.

2.4 Στη δικάσιμο της 22.5.2012 παρασταθήκαμε, με εντολή και δαπάνη της ΟΤΥΕ, όπου διατυπώσαμε τη νομική μας άποψη ότι όλες οι εκκρεμείς αναιρέσεις πρέπει να εξακολουθήσουν ν’ απορρίπτονται ως απαράδεκτες σε συνέχεια της διαμορφωθείσας με τη με αριθμ. 3325/20111 απόφασης της Ολομελείας του δικαστηρίου αυτού. Παρολ’αυτά, το Β‘ τμήμα έκρινε ότι πλέον η οριστική επίλυση της διαφοράς από το ΣτΕ δημιουργούσε σπουδαίο λόγο αναίρεσης των αντίθετων αποφάσεων, κατ΄εξαίρεση από το ως άνω χρηματικό όριο, εφόσον όμως επρόκειτο για  αναιρέσεις που κατατέθηκαν στις γραμματείες των προσβαλλομένων αποφάσεων από 10.7.2009 μέχρι 31.12.2010.

2.5 Για αναιρέσεις που ασκήθηκαν μετά την 1.1.2011 (δηλ. κατά προσέγγιση για αποφάσεις των πρωτόδικων δικαστηρίων ή των εφετείων που εκδόθηκαν λίγο πριν την ημερομηνία αυτή), λόγω πλέον της ισχύος του αρθρ. 1 του ν. 3900/2010, το ΣτΕ έκρινε ότι το χρηματικό όριο των 40.000 € δεν κάμπτεται για οποιοδήποτε λόγο και ως εκ τούτου οι αναιρέσεις απορρίπτονται (όπως Δ.Ο.Υ Π. Φαλήρου κατά Α. Δ., Δ.Ο.Υ ΙΖ΄ Αθηνών κατά Αθ. Α., Δ.Ο.Υ Αργυρούπολης κατά Θ. Π., Δ.Ο.Υ Βύρωνα κατά Αθ. Π. κλπ).

2.6 Στη συνέχεια όμως, εξεδόθη η υπ΄αριθμ. 1647/2013 απόφαση του Β’ τμήματος, η οποία έκρινε ότι πράγματι ισχύει το όριο των 40.000 €, όμως αυτό κάμπτεται με την εφαρμογή της εξαίρεσης της παρ. 2 του αρθρ. 3900/2010, η οποία ορίζει ότι χωρεί, κατά παρέκλιση, εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης από το ΣτΕ, εφόσον η πρωτόδικη απόφαση έχει κρίνει διάταξη νόμου ως αντισυνταγματική και παράλληλα δεν έχει εκδοθεί μέχρι την άσκηση της αναίρεσης απόφαση από το ΣτΕ περί της αντισυνταγματικότητας ή μη της επίμαχης διάταξης και ότι στις  πρωτόδικες αποφάσεις των ΔΕΤΕ υφίσταται κρίση περί της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων που επιβάλλουν αυτοτελή φορολόγηση του 50%. Συνεπώς, δεδομένου ότι το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας ή μη της φορολόγησης των ΔΕΤΕ, λύθηκε με την υπ΄αριθμ. 670/2012 απόφαση του ΣτΕ η οποία δημοσιεύθηκε την 21.2.2012, προκύπτει ότι όσες αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν πριν από την εν λόγω ημερομηνία γίνονται δεκτές. Αντίθετα απορρίπτονται ως απαράδεκτες για το λόγο αυτό, όσες αιτήσεις αναιρέσεως ασκούνται μετά την 21.2.2012 .

  1. Είναι  εύλογο ότι λόγω της επαγγελματικής μας υπόστασης ως συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης, δεν θα προβούμε σε οποιοδήποτε σχολιασμό και κρίση επί των άνω αποφάσεων, πλην όμως η επιβολή δικαστικής δαπάνης ίσης ή ακόμη και μεγαλύτερης χρηματικής αξίας σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης, ενόσω, σύμφωνα με το αρθρ. 39 του ΠΔ 18/1989 (Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το ΣτΕ), ορίζεται ότι «Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να απαλλάξει, ολικά ή μερικά, από τη δικαστική δαπάνη, τον ητημμένο διάδικο» είναι άδικη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εύλογα και αδιαμφισβήτητα συντρέχουν οι περιστάσεις απαλλαγής από τη δικαστική δαπάνη διότι η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε από τον προσφεύγοντα υπάλληλο, το αντικείμενο της διαφοράς είναι μικρότερο από τη δαπάνη, η χρονική έκταση της δίκης ξεπέρασε σε πολλές περιπτώσεις τα δέκα (10) έτη, οι δικονομικές προϋποθέσεις άσκησης και εκδίκασης των προσφυγών μεταβλήθηκαν ριζικά εντός του διαστήματος αυτού και ακόμη περισσότερο το αποτέλεσμα σε ορισμένες απ’αυτές ήταν συνάρτηση απρόβλεπτων παραγόντων κατά τον χρόνο άσκησης τους. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και εξ αντικειμένου, καθώς πανομοιότυπες μεταξύ τους προσφυγές είχαν τελικώς ουσιωδώς διάφορη τύχη, υπαγορευόμενη από αστάθμητους παράγοντες όπως ο προσδιορισμός δικασίμου για κάθε μία από τη γραμματεία του δικαστηρίου,  η επιμέλεια της εκάστοτε ΔΟΥ στην άσκηση των ενδίκων μέσων, ο χρόνος κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, το ισχύον νομολογιακό καθεστώς το οποίο μεταβαλλόταν από στιγμή σε στιγμή κοκ. Τονίζουμε ότι, για το ζήτημα αυτό, έχουμε κατ’επανάληψη, σε συνεργασία με την ΟΤΥΕ, προβεί σε παραστάσεις ενώπιον του προέδρου και των λοιπών μελών του τμήματος αυτού.
  2.  Σε κάθε όμως περίπτωση, για όσες αναιρέσεις  του Ελληνικού Δημοσίου δεν έχουν εκδικασθεί ακόμη, φρόνιμο θα ήταν να καταργηθεί η δίκη με παραίτηση από την αναίρεση από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ, εφόσον πρώτα επιστραφούν τα πρωτοδίκως εισπραχθέντα ποσά. Ειδικότερα, ο προσφεύγων, θα πρέπει να απευθυνθεί στη Δ.Ο.Υ. και σε συνεργασία με τον προϊστάμενο ττης Δ.Ο.Υ., να επιστρέψει το ποσό που είχε λάβει με την πρωτόδικη απόφαση. Ακολούθως, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, ελλείπει πλέον το αντικείιμενο της αναιρετικής δίκης και ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. οφείλει να παραιτηθεί από την αναίρεση. Σε περίπτωση καθυστέρησης ή αδράνειας από τον προϊστάμενο, το γραφείο μας δύναται, μετά από συμφωνία με τον ενδιαφερόμενο, να προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα στο ΣτΕ και να επιμεληθεί της διαδικασίας κατάργησης της δίκης .
  3. Για τις υποθέσεις που έχει επιβληθεί δικαστική δαπάνη, η θέση μας είναι η ακόλουθη:

(α) Όπως αναφέραμε η επιβολή δικαστικής δαπάνης απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Το δε ποσό της δικαστικής δαπάνης, δυνάμει σχετικής απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ (138/2004), ορίσθηκε σε 460 € για την σύνταξη της αναίρεσης και σε 460 € για την παράσταση του αναιρεσείοντος ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αναίρεσης με δικηγόρο. Επί των ως άνω ποσών επβάλλεται ΤΑΧΔΙΚ 20%. Συνεπώς, η δικαστική δαπάνη για την πλειονότητα των αναιρέσεων που έγιναν δεκτές ανήλθε σε 920 € (υπήρχαν όμως και περιπτώσεις όπου λόγω της μη παράστασης δικηγόρου του Δημοσίου κατά τη συζήτηση η δαπάνη περιορίσθηκε σε 460 €).

(β) Η δε δικονομική αντιμετώπιση της επιβληθείσας δικαστικής δαπάνης λαμβάνει χώρα με την άσκηση ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης (μπορεί να ασκηθεί μία ανακοπή κατά περισσότερων δικαστικών δαπανών που ενεγράφησαν όμως σε μία ταμειακή βεβαίωση), εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης, άλλως από την πλήρη γνώση αυτής. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλει την καταβολή του 50% της οφειλής, ενώ το υπόλοιπο μεν δεν καταβάλλεται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης πλην όμως επιβαρύνεται με προσαυξήσεις. Το κόστος άσκησης της προσφυγής ανέρχεται σε 350 €  (χωρίς τα παράβολα και το ΦΠΑ επί της καθαρής αμοιβής).

(γ)  Παράλληλα, είναι δυνατή η άσκηση αίτησης για, ισόποση με τη συνολική δικαστική δαπάνη, χρηματική ικανοποίηση λόγω παρέλευσης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, είτε εντός έξι (6) μηνών από την έκδοση της απόφασης του ΣτΕ είτε εντός έξι (6) μηνών από την έκδοση της απόφασης του πρώτου βαθμού, η οποία θα επανεκδικάσει την υπόθεση μετά την εξαφάνιση της αρχικής πρωτόδικης απόφασης από το ΣτΕ. Το κόστος άσκησης της αίτησης αυτής ανέρχεται σε 350 € (μαζί με τα παράβολα).

  1. Σημειώνουμε τέλος ότι μετά την αποδοχή της αίτησης αναίρεσης από το ΣτΕ, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και η υπόθεση παραπέμπεται στον πρώτο βαθμό και έκδοση νέας απόφασης σε συμμόρφωση με την απόφαση του ΣτΕ. Στον πρώτο βαθμό οι πιθανατότητες ανατροπής της νομολογίας του ΣτΕ είναι μηδενικές και συνεπώς όλες οι προσφυγές θα απορριφθούν και μάλιστα σε συμβούλιο. Περαιτέρω, κατά την εκδίκαση των υποθέσεων στο πρώτο βαθμό, δεν επιβάλλεται, κατά πάγια πρακτική δικαστική δαπάνη.
  2. Στη διάθεση σας για κάθε περαιτέρω διευκρίνηση,

Με εκτίμηση,

Νικόλαος Γ. Νάκης

Η δικονομική διαδρομή των προσφυγών των ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ μέχρι και την έκδοση των αποφάσεων επί των αναιρέσεων, αναλύεται λεπτομερειακά στις από 7.8.2013 & 5.4.2014 ανακοινώσεις μας. Η παρούσα ανακοίνωση εστιάζει περισσότερο στο ζήτημα της δικαστικής δαπάνης.  Σε κάθε όμως περίπτωση δεν μπορούμε να παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι με τη με αριθμ. 2177/2011 απόφαση του το ίδιο τμήμα, έκρινε ότι σε πρωτόδικη απόφαση επί προσφυγής για τα ΔΙΒΕΕΤ δεν υφίστατο ρητή κρίση περί αντισυγματικότητας της αυτοτελούς φορολόγησης του 59% και απέρριψε την αίτηση αναίρεσης.

Σημειώνεται ότι η διαδικασία αυτή είναι πρωτόγνωρη διότι μέχρι την έκδοση απόφασης από το ΣτΕ που εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση δεν υφίσταται οφειλή του προσφεύγοντα υπαλλήλου προς τη Δ.Ο.Υ και συνεπώς δεν έχει εκδοθεί ταυτότητα οφειλής. Η διαφορά μεταξύ προσφεύγοντα και Δ.Ο.Υ είναι μόνο ένδικη και η διαδικασία αυτή εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της φορολογικής συμμόρφωσης. Λόγω δε της παραδοξότητας η συμμμόρφωση να γίνεται όχι λόγω ληξιπρόθεσμης οφειλής αλλά λόγω του κινδύνου επιβολής δικαστικής δαπάνης μεγαλύτερης της οφειλής, δεν υπάρχει σχετικό υπόδειγμα προς αποστολή και ως εκ τούτου η διαδικασία θα πρέπει να διεκπεραιωθεί σε συνεργασία με τον προϊστάμενο της κάθε Δ.Ο.Υ.

Η δικαστική εξέλιξη των προσφυγών ΔΕΤΕ & ΔΕΧΕ

Αθήνα, 7 Αυγούστου 2013

Προς

Ομοσπονδία Τελωνειακών Υπαλλήλων Ελλάδος

Σωματείο Υπαλλήλων Γενικού Χημείου του Κράτους

Κάθε ενδιαφερόμενο δημόσιο υπάλληλο του κλάδου των τελωνειακών ή χημικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

Κάθε συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο του κλάδου τελωνειακών ή χημικών υπαλλήων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

Αξιότιμοι κύριοι,

Θέμα: «Η δικαστική κατάληξη των προσφυγών για την αυτοτελή φορολόγηση των Δικαιωμάτων Εκτέλεσης Τελωνειακών Εργασιών (ΔΕΤΕ) & Δικαιωμάτων Εκτέλεσης Χημικών Εργασιών (ΔΕΧΕ), δυνάμει της παρ. 6 του αρθρ. 14 του ν. 2238/1994 & αρθρ. 10 παρ. 10 ν. 2459/1997»

  1. Μετά την εκδίκαση από το ΣτΕ (Β’ τμήμα) κατά τη δικάσιμο της 22.5.2012, της 5.6.2012 και των επομένων δικασίμων των αιτήσεων αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά αποφάσεων πρωτοβάθμιων δικαστηρίων που έκαναν δεκτές τις προσφυγές των ΔΕΤΕ & ΔΕΧΕ και την έκδοση αποφάσεων που άλλες δέχθηκαν τις αιτήσεις αναίρεσης και άλλες τις απέρριψαν, η τελική δικαστική κατάληξη των προσφυγών ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ, έχει ως ακολούθως:

1.1 Η άσκηση των προσφυγών για την επιστροφή των παρανόμως φορολογηθέντων ποσών από τα ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ, έλαβε χώρα από το γραφείο μας σε συνεργασία με την ΟΤΥΕ και το σωματείο Υπαλλήλων του ΓΧΚ, το Δεκέμβριο του 2003 καθόσον εκείνο το χρονικό σημείο κρίθηκε ότι είχε σχηματισθεί σαφής τάση στην νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων για την αποδοχή των προσφυγών στην πλειονότητά τους (ΣτΕ 1590/1989, 3396/1991, 228/2000 ΔιοικΠρωτΜεσολλογίου ad hoc, 144/2002 Τριμ/λες Διοικητικό Πρωτοδικείο Αγρινίου ad hoc,  881/2003 ΣτΕ Β’ τμήμα, η οποία απέρριψε την αίτηση αναίρεσης λόγω ποσού κλπ). Το γραφείο μας ενέμεινε στην άσκηση προσφυγών μόνο για τα τρία τελευταία οικονομικά έτη (2001,2002 & 2003) λόγω παραγραφής των προηγούμενων ετών (εισοδήματα 1999 και προγενέστερα, ακόμη και εάν μικρή μερίδα της νομολογίας ερμήνευε διαφορετικά την παραγραφή (ερειδόμενη στην περίπτωση υποβολής εντός της τριετίας αίτησης ανάκλησης της φορολογικής δήλωσης και επιστροφής του φόρου- κάτι το οποίο δεν συνέτρεχε στην περίπτωση άσκησης απ΄ευθείας προσφυγών κατά των εκκαθαριστικών).

1.2 Η πλειονότητα των προσφυγών εκδικάσθηκε στον πρώτο βαθμό στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά τα έτη 2005 & 2006 και στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών τα έτη 2009-2011, έγιναν στην πλειοψηφία τους δεκτές και ακολούθησε η εκκαθάριση του φόρου και η επιστροφή του από τη Δ.Ο.Υ. Αξίζει να τονίσουμε στο σημείο αυτό, ότι η εκκαθάριση του φόρου μετά την έκδοση της θετικής απόφασης και την επίδοση της στην Δ.Ο.Υ., δεν είναι μόνο δικαίωμα του φορολογούμενου, αλλά και αυτεπάγγελτη υποχρέωση της Δ.Ο.Υ και ως εκ τούτου η εκκαθάριση της δήλωσης σύμφωνα με το διατακτικό της δικαστικής απόφασης και η έκδοση εκκαθαριστικού επιστροφής του ποσού θα γινόταν ακόμη και στην περίπτωση που δεν το ζητούσε ο προσφεύγων.

1.3 Μετά την επίδοση της απόφασης στη Δ.Ο.Υ, ο προϊστάμενος κάθε  Δ.Ο.Υ όφειλε εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της, να ασκήσει έφεση ενώπιον του Τριμ/λούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, σύμφωνα με σχετική υποχρέωση του από Κώδικα Δικών περί Δημοσίου, η οποία επιτάσσει την εξάντληση όλων των ενδίκων μέσων, εκτός εάν υπάρχει ειδική εντολή από το ΝΣΚ.  Ωστόσο, η υποχρέωση αυτή δεν τηρήθηκε ούτε από όλες τις Δ.Ο.Υ. ούτε σε όλες τις υποθέσεις και ως εκ τούτου αρκετές από τις προσφυγές κατέστησαν τελεσίδικες και ακολούθως αμετάκλητες από τον πρώτο βαθμό.

1.4 Αναφορικά με το στάδιο των εφέσεων, λόγω μεταβολής των προϋποθέσεων άσκησης της έφεσης και ειδικότερα αύξησης του ορίου του παραδεκτού από την 8.6.2008 στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) Ευρώ, δημιουργήθηκαν οι ακόλουθες διακρίσεις:

(i) Εφέσεις κατά αποφάσεων των ετών 2005, 2006, 2007 & α΄ εξαμήνου 2008, οι οποίες εκδικάσθηκαν μέχρι το Μάρτιο του 2012 από τα Διοικητικά Πρωτοδικεία (σε τριμελή σύνθεση). Οι εφέσεις αυτές στην πλειοψηφία τους απορρίφθηκαν στο δεύτερο βαθμό και επικυρώθηκαν οι πρωτόδικες αποφάσεις.

(ii) Εφέσεις κατά αποφάσεων 2008 (β΄εξάμηνο) & 2009 (μετά το έτος αυτό οι Δ.Ο.Υ. λόγω του προφανούς απαραδέκτου του ενδίκου μέσου της έφεσης, ασκούσαν αιτήσεις αναίρεσης), οι οποίες απερρίφθησαν στο σύνολο τους από τα Διοικητικά Εφετεία λόγω ποσού.

(iii) Εφέσεις κατά αποφάσεων των 2005, 2006, 2007 & α΄ εξαμήνου 2008, οι οποίες εκδικάσθηκαν σε δεύτερο βαθμό μετά το Φεβρουάριο του 2012, οπότε και είχε εκδοθεί η με αριθμ. 670/2012 απόφαση του ΣτΕ, η οποία έκρινε ως συνταγματική τη φορολόγηση (αναλυτικότερα κατωτέρω) και οι οποίες (εφέσεις) έγιναν δεκτές, επανακρίθηκε η υπόθεση στην ουσία της και απορρίφθηκε η προσφυγή. Στην περίπτωση αυτή, τα εκκαθαρισθέντα βάσει της πρωτόδικης απόφασης ποσά, θεωρούνται ως αδικαιολογήτως εισπραχθέντα και οι Δ.Ο.Υ δύναται να τα βεβαιώσουν σε βάρος των προσφευγόντων με ατομική ειδοποίηση και ακολούθως να αναζητήσουν την πληρωμή τους με τη διαδικασία του ΚΕΔΕ.  Στην περίπτωση που ο προσφεύγων επιστρέψει το ληφθέν πρωτοδίκως ποσό, τότε το γραφείο μας με πιστωτικό τιμολόγιο και καταβολή σε τραπεζικό λογαριασμό του προσφεύγοντα, επιστρέφει την πρωτοδίκως εισπραχθείσα εργολαβική αμοιβή, σύμφωνα τόσο με ρητό όρο του σχετικού εργολαβικού αλλά και ρητής υποχρέωσης από τον Κώδικα Περί Δικηγόρων.

1.5 Περαιτέρω, αναφορικά με την τύχη των αναιρέσεων των Δ.Ο.Υ., έλαβαν χώρα τα ακόλουθα:

(α) Το έκτακτο ένδικο μέσο της αναίρεσης μπορούσε να ασκηθεί μόνο κατά δευτεροβάθμιων αποφάσεων που απέρριψαν τις εφέσεις των Δ.Ο.Υ καθώς και πρωτόδικων αποφάσεων που εξεδόθησαν μετά την 8.6.2008 και δεν ήταν δυνατόν να προσβληθούν με έφεση λόγω χρηματικού αντικειμένου.

(β) Προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης, ήταν το χρηματικό αντικείμενο να υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) Ευρώ, εκτός εάν η επίλυση της διαφοράς έχει ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις ή με την εκδοθησομένη απόφαση θα επιλύονταν ένα σπουδαίο νομικό ζήτημα. Σημειώνουμε ότι με την ως άνω αναφερόμενη 881/2003 ΣτΕ (β’ τμήμα) είχε από τότε απορριφθεί ως αόριστος σχετικός ισχυρισμός του δημοσίου περί πρόκλησης ευρύτερων δημοσιονομικών επιπτώσεων από την επίδικη διαφορά των ΔΕΤΕ.

(β) Όπως ακριβώς συνέβη και με τις εφέσεις, δεν ασκήθηκαν αναιρέσεις από όλες τις Δ.Ο.Υ σε όλες τις αποφάσεις, αλλά αυτό εξαρτήθηκε από την στελέχωση και την οργάνωση της κάθε εφορίας

(γ) Το κείμενο της αναίρεσης ήταν προδιατυπωμένο και ο ισχυρισμός για την εξαίρεση της επίδικης διαφοράς από το χρηματικό όριο των 40.000 € ήταν περιληπτικός και αναφερόταν στο σπουδαίο νομικό ζήτημα που ετίθετο από τη νομιμότητα ή μη της αυτοτελούς φορολόγησης των ΔΕΤΕ με συντελεστή 15%.

(δ) Από την άλλη πλευρά, ο γενικός επίτροπος επικρατείας είχε ασκήσει την από 3.9.2009 αναίρεση υπέρ του νόμου. Σημειώνουμε ότι η αναίρεση υπέρ του νόμου αποτελεί ειδική μορφή αναίρεσης, η οποία ασκείται ανεξάρτητα από τους διαδίκους και τους ως άνω περιορισμούς των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αναίρεσης, με την οποία ο γενικός επίτροπος αιτείται από το ΣτΕ να γνωμοδοτήσει ουσιαστικά για το επίδικο νομικό ζήτημα, προκειμένου εφεξής να παραχθεί ενιαία νομολογιακή γραμμή από τα κατωτέρα δικαστήρια. Μάλιστα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν επιτρέπεται η παράσταση του ηττηθέντος διαδίκου (εν προκειμένω του τελωνειακού υπαλλήλου),  ο οποίος στην προκείμενη περίπτωση είχε εκπροσωπηθεί από άλλο δικηγόρο. Η αίτηση αυτή αναίρεσης, μετά από αρκετές αναβολές, εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης του Β τμήματος του ΣτΕ κατά τη δικάσιμο της 11.1.2012 και μετά από σαράντα (40) ημέρες, στις 21.2.2012, εκδόθηκε η με αριθμ. 670/2012 απόφαση που έκρινε ως συνταγματική τη φορολόγηση των ΔΕΤΕ. Είναι ευνόητο, ότι έκτοτε όλες οι προσφυγές που δεν είχαν εκδικασθεί εισέτι καθώς και όλες οι εκκρεμείς εφέσεις στο Τριμ/λές Διοικητικό Πρωτοδικείο (δηλ. οι ασκηθείσες πριν τις 8.6.2008) ακολουθούν την νομολογία του ΣτΕ, ήτοι οι μεν προσφυγές απορρίπτονται ενώ οι εφέσεις γίνονται δεκτές και απορρίπτεται η προσφυγή την ουσία της.

(ε) Αναφορικά με την τύχη των εκκρεμών αιτήσεων αναίρεσης από τις Δ.Ο.Υ. κατά πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων αποφάσεων, το ΣτΕ έκρινε ως ακολούθως:

(i) Αρχικά με τη με αριθμ. 3325/2011 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, απερρίφθη ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας  ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου περί εξαίρεσης από το χρηματικό όριο των 40.000 € λόγω σπουδαίου νομικού ζητήματος «αναγόμενο στη νομιμότητα της αυτοτελούς φορολόγησης των ΔΕΤΕ με συντελεστή 15%» και απορρίφθηκε η κρινόμενη αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου.

(ii) Ακολούθως όμως με σειρά αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν μετά την 670/2012, κρίθηκε ότι λόγω της επίλυσης της διαφοράς με την απόφαση αυτή, γεννάται αυτεπάγγελτα σπουδαίος λόγος, αναγόμενος στην αντίθεση της προσβαλλόμενης απόφασης με την πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ, μόνο όμως για τις αναιρέσεις που ασκήθηκαν κατά την περίοδο ισχύος του αρθρ. 35 του ν. 3772/2009 (που ρύθμιζε τις προϋποθέσεις παραδεκτού της αναίρεσης για διαφορά κάτω από 40.000 €), ήτοι για αναιρέσεις που κατατέθηκαν στις γραμματείες των προσβαλλομένων αποφάσεων από 10.7.2009 μέχρι 31.12.2010. Στις περιπτώσεις αυτές, το ΣτΕ αναιρεί τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, παραπέμπει εκ νέου την υπόθεση στο δικαστήριο της ουσίας για επανεκδίκαση (όπου θα απορριφθεί η προσφυγή και παράλληλα η Δ.Ο.Υ θα ζητήσει πίσω τα εκκαθαρισθέντα ποσά) και επιβάλλει δικαστική δαπάνη μέχρι 920 € στον κάθε αναιρεσίβλητο, ακόμη και εάν δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης.

(iii) Για αναιρέσεις όμως που ασκήθηκαν μετά την 1.1.2010 (δηλ. κατά προσέγγιση για αποφάσεις των πρωτόδικων δικαστηρίων ή των εφετείων που εκδόθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή), κρίθηκε από το ΣτΕ ότι λόγω πλέον της ισχύος του αρθρ. 1 του ν. 3900/2010, το χρηματικό όριο των 40.000 € δεν κάμπτεται για οποιοδήποτε λόγο και ως εκ τούτου οι αναιρέσεις απορρίπτονται.

(iv) Τέλος, μία μικρή μερίδα αναιρέσεων της περίπτωσης (iii) δεν εισήχθησαν προς συζήτηση στο ΣτΕ αλλά αρχειοθετήθηκαν στις γραμματείες των Πρωτοδικείων, λόγω έκδοσης γνωμοδότησης από το ΝΣΚ περί ενδεχόμενης αρνητικής έκβασης της αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με την αρθρ. 3 του ν. 3900/2010  (παρόλο του τελικά το ΣτΕ έκρινε αντίθετα με τις προβλέψεις του ΝΣΚ…).

1.5.1 Σημειώνουμε τέλος ότι η ενδεχόμενη επιστροφή των εκκαθαρισθέντων ΔΕΤΕ στις Δ.Ο.Υ. λόγω αναίρεσης της αρχικής πρωτόδικης απόφασης, δεν γεννά υποχρέωση για επιστροφή της αμοιβής μας διότι δεν υφίσταται τέτοια συμφωνία αλλά και σχετική υποχρέωση από το Κώδικα Περί Δικηγόρων, σε κάθε δε περίπτωση διότι η εξέλιξη της νομολογίας του ΣτΕ για μία ομάδα προσφευγόντων ήταν αδύνατο να προβλεφθεί με βάση τη νομολογία και τη σχετική αναιρετική νομοθεσία κατά το χρόνο ανάληψης της υπόθεσης.

  1. Περαιτέρω, προς άρση εσφαλμένων εντυπώσεων, σημειώνουμε τα ακόλουθα:

(α) Με όσες υποθέσεις εκδικάσθηκαν και εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό μετά τις 21.2.2012 (και την έκδοση της 670/2012), η παράσταση μας ερήμην και η απόρριψη της προσφυγής λόγω μη συμπλήρωσης του παραβόλου (από το αρχικώς κατατεθέν των 4,5 €) σε 100 €, δεν έγινε λόγω αμέλειας του γραφείου μας αλλά σκόπιμα διότι η συμπλήρωση του παραβόλου με κατάθεση επιπλέον 95,5 € από τον προσφεύγοντα, μόνο οικονομική επιβάρυνση θα επέφερε στον εντολέα καθόσον η κατάληξη της δίκης ήταν προδιαγεγραμμένη

(β) Για δικονομικούς και τυπικούς λόγους, η επίδοση όλων των δικογράφων εκτός της κλήσης για τη συζήτηση των προσφυγών στον πρώτο βαθμό (δηλ. εφέσεις, αναιρέσεις, αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν τις εφέσεις και τις αναιρέσεις), πρέπει να διενεργείται στην κατοικία των προσφευγόντων και όχι στο γραφείο μας. Μετά την επίδοση των δικογράφων, το γραφείο μας αναλαμβάνει την καταχώριση της πορείας της υπόθεσης και την παρακολούθηση των νομικών εξελίξεων.

  1. Τέλος, έχουμε πλήρη επίγνωση ότι η ανωτέρω αναφερόμενη περιπτωσιολογία δεν είναι εύκολο να γίνει αντιληπτή στον κάθε εντολέα μας, όπως επίσης δεν είναι δυνατό να γνωρίζει ο κάθε προσφεύγων σε ποιά κατηγορία εντάσσεται. Για το λόγο αυτό, το γραφείο μας ανά τακτά χρονικά διαστήματα ενημερώνεται από τις γραμματείες των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων της Αθήνας και του Πειραιά καθώς και το από το ΣτΕ για την πορεία των εκκρεμών προσφυγών, εφέσεων και αναιρέσεων και τηρεί μηχανογραφημένο ηλεκτρονικό σύστημα καταχώρισης της πορείας κάθε υπόθεσης.  Για οποιαδήποτε συνεπώς πληροφορία σχετικά με τα ανωτέρω, μπορείτε να καλείτε τη Δικηγόρο κα Μαρία Δημητρίου όλες τις εργάσιμες ημέρες και ώρες από 10.00 πμ έως 4.00 μμ στα τηλέφωνα επικοινωνίας του γραφείου μας.

Στη διάθεση σας για κάθε διευκρίνηση,

Με εκτίμηση,  

Νικόλαος Γ. Νάκης