Αναιρέσεις από το Συμβούλιο της Επικρατείας των πρωτοδίκων αποφάσεων ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ και επιβολή δικαστικής δαπάνης

Αθήνα, 5 Mαΐου 2014

Προς

1.Ομοσπονδία Τελωνειακών Υπαλλήλων Ελλάδος

  1. Σωματείο Υπαλλήλων Γενικού Χημείου του Κράτους
  2. Κάθε ενδιαφερόμενο δημόσιο υπάλληλο του κλάδου των τελωνειακών ή χημικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
  3. Κάθε συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο του κλάδου τελωνειακών ή χημικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

Αξιότιμοι κύριοι,

Θέμα: « Αναιρέσεις από το Συμβούλιο της Επικρατείας των πρωτοδίκων αποφάσεων ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ και επιβολή δικαστικής δαπάνης»

  1. Όπως είχαμε επισημάνει στην προηγούμενη ενημερωτική μας ανακοίνωση, δυνάμει του άρθρου 35 παρ.1 του Ν. 3772/2009, εισήχθη, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης εκ μέρους του Δημοσίου, η προϋπόθεση το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς να υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) Ευρώ. Με την ίδια διάταξη προβλέφθηκε κάμψη του κανόνα αυτού εφόσον η επίλυση της διαφοράς έχει ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις ή με την εκδοθησομένη απόφαση επιλύεται  ένα σπουδαίο νομικό ζήτημα.

1.1 Αρχικά με τη με αριθμ. 3325/2011 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ (Δ.Ο.Υ. Ν. Ηρακλείου κατά Ιωαννίδη), απερρίφθη ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας  ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου περί εξαίρεσης από το χρηματικό όριο των 40.000 € λόγω σπουδαίου νομικού ζητήματος «αναγόμενο στη νομιμότητα της αυτοτελούς φορολόγησης των ΔΕΤΕ με συντελεστή 15%» και απορρίφθηκε η κρινόμενη αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου.Ακολούθως όμως με σειρά αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν μετά την 670/2012 (αναίρεση υπέρ του νόμου από το Γενικό Επίτροπο), δυνάμει της οποίας κρίθηκε συνταγματική η φορολόγηση των ΔΕΤΕ, έγινε δεκτό ότι λόγω της επίλυσης της διαφοράς με την απόφαση αυτή, γεννάται αυτεπάγγελτα σπουδαίος λόγος, αναγόμενος στην αντίθεση της προσβαλλόμενης απόφασης με την πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ, μόνο όμως για τις αναιρέσεις που ασκήθηκαν κατά την περίοδο ισχύος του αρθρ. 35 του ν. 3772/2009 (που ρύθμιζε τις προϋποθέσεις παραδεκτού της αναίρεσης για διαφορά κάτω από 40.000 €), ήτοι για αναιρέσεις που κατατέθηκαν στις γραμματείες των προσβαλλομένων αποφάσεων από 10.7.2009 μέχρι 31.12.2010. Στις περιπτώσεις αυτές, το ΣτΕ αναιρεί τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, παραπέμπει εκ νέου την υπόθεση στο δικαστήριο της ουσίας για επανεκδίκαση και επιβάλλει δικαστική δαπάνη 920 € στον κάθε αναιρεσίβλητο. Περαιτέρω, η Δ.Ο.Υ. αποστέλλει ειδοποίηση στον προσφεύγοντα για την επιστροφή του πρωτοδίκως εισπραχθέντος φόρου, ως αδικαιολογήτως εισπραχθέν, και βεβαιώνει τη δικαστική δαπάνη.

1.2 Για αναιρέσεις όμως που ασκήθηκαν μετά την 1.1.2010 (δηλ. κατά προσέγγιση για αποφάσεις των πρωτόδικων δικαστηρίων ή των εφετείων που εκδόθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή), κρίθηκε από το ΣτΕ ότι λόγω πλέον της ισχύος του αρθρ. 1 του ν. 3900/2010, το χρηματικό όριο των 40.000 € δεν κάμπτεται για το λόγο αυτό και ως εκ τούτου οι αναιρέσεις απορρίπτονται (όπως 3488/2012 Δ.Ο.Υ Π. Φαλήρου κατά Α. Δαλτζή κλπ).

1.3 Εν συνεχεία όμως επιχειρήθηκε από το Δημόσιο θεμελίωση εξαίρεσης από το χρηματικό όριο των 40.000 ευρώ δια της καταφυγής, πλέον, στο άρθρο 2 του ν. 3900/2010, και ειδικότερα στη διάταξη αυτού σύμφωνα με την οποία είναι παραδεκτή, κατ΄εξαίρεση, αίτηση αναίρεσης ακόμα και αν το αντικείμενο της διαφοράς υπολείπεται των 40.000 ευρώ, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ρητής και απερίφραστης κρίσεως περί συνταγματικότητας ή μη των εφαρμοστέων διατάξεων νόμου. Και ενώ το ΣτΕ είχε ήδη κρίνει απαράδεκτες τις στηριζόμενες στο λόγο αυτό αναιρέσεις, κατά αποφάσεων που αφορούσαν στη φορολόγηση των «Δικαιωμάτων Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ τρίτων» (ΔΙΒΕΕΤ) δεχόμενο ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν έχουν ρητή σκέψη συνταγματικότητας ή αντισυνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων (ΣτΕ 2177/2011), αντίθετα προς την ως άνω νομολογία του, με σειρά αποφάσεών του έκρινε ότι οι αντίστοιχες αποφάσεις που αφορούν τη φορολόγηση των ΔΕΤΕ περιέχουν ρητή και απερίφραστη κρίση περί αντιθέσεως των αντίστοιχων σχετικών με τα ΔΕΤΕ διατάξεων νόμου στο Σύνταγμα (ήτοι της παρ. 6 του αρθρ. 14 του ν. 2238/1994 που προστέθηκε με το αρθρ. 10 παρ. 10 ν. 2459/1997) και, παρακάμπτοντας με τον τρόπο αυτό το όριο των 40.000 ευρώ, έκανε δεκτές τις αναιρέσεις (ΣτΕ 4855/2013, 4858/2013).

1.4 Σημειώνουμε βέβαια, ότι με την ως άνω διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 επί της οποίας θεμελιώθηκε η παρέκκλιση από το απαράδεκτο ασκήσεως αναιρέσεως λόγω ποσού, τίθεται ως προϋπόθεση για την εξαίρεση αυτή, όχι μόνο η ύπαρξη σκέψεως στην προσβαλλομένη απόφαση περί αντισυνταγματικότητας τυπικού νόμου, αλλά ταυτόχρονα και η μη επίλυση του ζητήματος αυτού με προηγούμενη απόφαση του ΣτΕ. Με άλλους λόγους, η εν λόγω παρέκκλιση από τον κανόνα του απαραδέκτου της αναιρέσεως εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει τις 40.000 €, επιτρέπεται μόνο προκειμένου να μην παραμένουν ανεπίλυτα από το Συμβούλιο της Επικρατείας σοβαρά ζητήματα που αφορούν αντίθεση νόμου στο Σύνταγμα, λόγω του ότι οι αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων στις οποίες τίθενται, δεν μπορούν να αχθούν ενώπιόν του με αίτηση αναίρεσης λόγω ποσού και όχι προκειμένου να καταστεί το ΣτΕ τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας, δηλαδή δικαστήριο που επαναδικάζει εξ υπ΄αρχής για τρίτη φορά. Προφανώς λοιπόν αν το ζήτημα αυτό έχει ήδη κριθεί από το ΣτΕ, δεν συντρέχει ο ως άνω δικαιολογητικός λόγος και επανερχόμαστε στον κανόνα (απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως).

1.5 Τα παραπάνω έγιναν αντικείμενο προβληματικής στην υπ΄αριθμ. 912/2013 απόφαση του Στ΄τμήματος του ΣτΕ, το οποίο, κρίνοντας επί αιτήσεως αναιρέσεως για ζήτημα που αφορούσε αποδοχές δικαστικού λειτουργού, απείχε από την έκδοση οριστικής αποφάσεως και παρέπεμψε στην επταμελή σύνθεση το ερώτημα εάν, κρίνεται παραδεκτή αναίρεση κατά προσβαλλομένης απόφασης που διαλαμβάνει ρητής σκέψεως αντισυνταγματικότητας, σε περίπτωση κατά την οποία μετά τη δημοσίευσή της και ενόσω εκκρεμούσε κατ΄αυτής αίτηση αναίρεσης, δημοσιεύθηκε απόφαση του ΣτΕ με την οποία επιλύεται οριστικώς το ζήτημα.

1.6 Σημειώνουμε ότι κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα και προ της αποφάνσεως της επταμελούς συνθέσεως του Στ΄τμήματος του ΣτΕ επί του ως άνω κρίσιμου ζητήματος, συνέχιζαν να εκδίδονται αποφάσεις από το Β’ τμήμα, με τις οποίες γίνονταν δεκτές οι αναιρέσεις κατά των αποφάσεων που έκριναν τα ΔΕΤΕ ανεξαρτήτως ποσού, με την αιτιολογία ότι οι εν λόγω αποφάσεις περιλαμβάνουν ρητή σκέψη αντισυνταγματικότητας, χωρίς να λαμβάνουν υπ΄όψιν την πρόσθετη προϋπόθεση της επίλυσης του ζητήματος με απόφαση του ΣτΕ και την ως άνω προβληματική και χωρίς να αναμένουν την απόφανση της επταμελούς συνθέσεως επί του σπουδαίου αυτού ζητήματος που αποτέλεσε άλλωστε και το λόγο παραπομπής!

1.7 Η επταμελής σύνθεση του Στ΄Τμήματος του ΣτΕ εξέδωσε πράγματι την υπ΄αρίθμ. 2659/2013 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι προϋπόθεση για το κατ΄εξαίρεση παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως η οποία θα ήταν απαράδεκτη λόγω ποσού, είναι το κρίσιμο ζήτημα αντισυνταγματικότητας να μην έχει ήδη, κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, επιλυθεί με οριστική απόφαση του ΣτΕ που δημοσιεύθηκε πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και με το σκεπτικό αυτό η σχετική αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Εφαρμοζομένης της ερμηνείας αυτής στην περίπτωση των ΔΕΤΕ, και ενόψει του γεγονότος ότι η αντισυνταγματικότητα της παρ. 6 του αρθρ. 14 του ν. 2238/1994 που προστέθηκε με το αρθρ. 10 παρ. 10 ν. 2459/1997, λύθηκε με την υπ΄αρίθμ. 670/2012 απόφαση του ΣτΕ η οποία δημοσιεύθηκε την 21.2.2012, προκύπτει ότι όσες αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν πριν από την εν λόγω ημερομηνία γίνονται δεκτές. Αντίθετα απορρίπτονται ως απαράδεκτες για το λόγο αυτό, όσες αιτήσεις αναιρέσεως ασκούνται μετά την 21.2.2012.

1.8 Είναι προφανές από την παραπάνω εκτιθέμενη εξέλιξη της νομολογίας του ΣτΕ αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των αναιρέσεων αποφάσεων που επιδίκασαν ποσά στους προσφεύγοντες τελωνειακούς ότι υφίσταται μία σαφής βούληση εξεύρεσης «λύσεων» προκειμένου να παρακαμφθεί το κατ΄αρχήν απαράδεκτο των αναιρέσεων του Δημοσίου λόγω αξίας του αντικειμένου της διαφοράς και να αναιρεθούν οι σχετικές αποφάσεις.

  1. Αναφορικά δε με τη δικαστική δαπάνη που επιβάλλεται από το Β΄τμήμα του ΣτΕ με τις αποφάσεις που δέχονται τις αιτήσεις αναίρεσης, σημειώνουμε τα ακόλουθα:

2.1 Σύμφωνα με το αρθρ. 39 του ΠΔ 18/1989 ορίζεται ότι «1. Ο ηττημένος διάδικος καταδικάζεται με την απόφαση να καταβάλλει τη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νίκησε. Το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να απαλλάξει, ολικά ή μερικά, από τη δικαστική δαπάνη, τον ηττημένο διάδικο. Η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει, ανεξάρτητα από την ιδιότητα του διαδίκου την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη του κύριου δικογράφου ή της παρέμβασης και την παράσταση σε κάθε συζήτηση.  Η ολομέλεια του δικαστηρίου, καθορίζει, με απόφαση που λαμβάνεται σε συμβούλιο, το ύψος της δικαστικής δαπάνης, με βάση το ύψος της προεισπραττόμενης δικηγορικής αμοιβής, τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον τεκμαρτό προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος των δικηγόρων και το συντελεστή υπολογισμού των δικηγορικών αμοιβών του Κώδικα Περί Δικηγόρων. Κάθε άλλη διάταξη καταργείται. Εάν ο ηττηθείς διάδικος συνέβαλε με τη δικονομική συμπεριφορά του στην καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης, το δικαστήριο μπορεί να του επιβάλει δικαστική δαπάνη έως τριπλάσια της εκάστοτε οριζομένης. Ειδικά ως προς το  Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για την επιβολή της ανωτέρω δικαστικής δαπάνης, λαμβάνεται υπόψη και η τήρηση των υποχρεώσεων των άρθρων 23 & 24 (σ.σ υποχρέωση της διοίκησης για την αποστολή του φακέλου και τη σύνταξη απόψεων).  2. Σε περίπτωση κατάργησης της δίκης για οποιοδήποτε λόγο δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη».

2.2 Με βάση τη διάταξη αυτή, συνήλθε στις 22.10.2004 , η Ολομέλεια του ΣτΕ και με τη με αριθμ. 138/2004 απόφαση της, καθόρισε τα ποσά που επιβάλλονται ως δικαστική δαπάνη των διαδίκων, ως ακολούθως:

(α) Τετρακόσια εξήντα (460) Ευρώ για τη σύνταξη των δικογράφων της αίτησης αναίρεσης, ακύρωσης κλπ.  και (β) τετρακόσια εξήντα (460) Ευρώ για την παράσταση σε κάθε συζήτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του παρεμβαίνοντος, συνολικά 920 €.  Τα ίδια ποσά προβλέπονται περίπου και ως ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων με βάση την Κ.Υ.Α 1117864/2297/Α0012 (φεκ β’ 2422/24.12.2007)

(β) Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, το ΣτΕ σε σωρεία υποθέσεων επιβάλει δικαστική δαπάνη 920 € στις αναιρέσεις του Ελληνικού Δημοσίου, όπου παρίσταται για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, σύμβουλος του ΝΣΚ. Ακολούθως, μετά την έκδοση της απόφασης από το ΣτΕ, η τελευταία επιδίδεται από δικαστικό επιμελητή του Ελληνικού δημοσίου στη Δ.Ο.Υ που άσκησε την αναίρεση, η οποία καταρχήν  ελέγχει ποιά απόφαση αναιρέθηκε και προχωρεί σε βεβαίωση της δικαστικής δαπάνης, διότι η τελευταία αποτελεί νόμιμο τίτλο κατ’ αρθρ. 2 παρ. 2 ΝΔ 356/1974.

  1. Η αξιολόγηση των ανωτέρω, έχει ως εξής:

(α) Το ΣτΕ παρόλο που έχει πλήρη και αδέσμευτη διακρτική ευχέρεια ν’απαλλάξει, ολικά ή μερικά, από τη δικαστική δαπάνη τον προσφεύγοντα , επιβάλει δικαστική δαπάνη. Τονίζουμε ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες διεξήχθησαν οι δίκες των ΔΕΤΕ είναι εξαιρετικά ευνοϊκές για την απαλλαγή του διαδίκου, διότι κατά τον χρόνο άσκησης των προσφυγών, η νομολογία ήταν υπέρ της αντισυνταγματικότητας των ΔΕΤΕ και το ζήτημα επιλύθηκε μετά το 2012, δεν έχουν ασκηθεί εφέσεις ή αναιρέσεις από τους τελωνειακούς υπαλλήλους, το οικονομικό αντικείμενο των προσφυγών είναι εξαιρετικά χαμηλό και αντίστοιχα η δικαστική δαπάνη ισοδυναμεί ή υπερτερεί του αντικειμένου της δίκης. Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι η άσκηση των αναιρέσεων από τους έμμισθους παρέδρους του ΝΣΚ λαμβάνει χώρα με τυποποιημένα δικόγραφα και ακόμη περισσότερο η εκδίκαση τους γίνεται σε συζητήσεις όπου έχουν προσδιορισθεί 100-200 αναιρέσεις (εμβόλιμοι δικάσιμοι).

(β) Σε όλες τις δίκες των προσφυγών ΔΕΤΕ στον πρώτο βαθμό, παρόλο που το δικόγραφο των προσφυγής μας συντάχθηκαν από δικηγόρους, δεν επιδικάσθηκε δικαστική δαπάνη σε βάρος του Δημοσίου

  1. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η επιβολή της δικαστικής δαπάνης των 920 €, αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας και καταλύει το θεσμό της δίκαιης δίκης.
  2. Ενόψει των ανωτέρω, παρέχεται η δυνατότητα στον διοικούμενο (εν προκειμένω στους ενδιαφερόμενους τελωνειακούς υπαλλήλους) σε βάρος του οποίου έχει βεβαιωθεί ταμειακώς από την αρμόδια ΔΟΥ, οφειλή απορρέουσα από την επιβολή, κατά τα ανωτέρω, δικαστικής δαπάνης, να ασκήσει ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, προσφυγή κατά της σχετικής ταμειακής βεβαίωσης για τον παραπάνω λόγο, ήτοι για το λόγο ότι η ως άνω δαπάνη τελεί σε προφανή δυσαναλογία προς την αξία του αντικειμένου της δίκης και υπερβαίνει κατά πολύ την εν λόγω αξία κατά τρόπο ώστε να μην είναι ανεκτή από την Ελληνική δημόσια τάξη καθώς έτσι παραβιάζονται τα άρθρα 5 παρ.1 & 25 παρ. 1 του Συντάγματος και τα άρθρα 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 & 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (αρχή της αναλογικότητας) αλλά και τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1α της ΕΣΔΑ (παροχή έννομης προστασίας με δίκαιη- χρηστή- δίκη). Η άσκηση της ως άνω προσφυγής κατά της ταμειακής βεβαίωσης για λόγο που δεν αφορά την ίδια την ταμειακή βεβαίωση αλλά την απαίτηση που αυτή βεβαιώνει καθίσταται δυνατή ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι δεν υφίσταται κάποιο άλλο ένδικο βοήθημα με το οποίο μπορεί αυτή να προσβληθεί. Σημειώνουμε ότι προ και άνευ της ασκήσεως της εν λόγω προσφυγής δεν είναι δυνατή η προσφυγή του διοικουμένου απευθείας στο ΕΔΔΑ, καθώς δυνάμει του άρθρου 35 παρ. 1 & 4 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προϋπόθεση για να επιληφθεί το ΕΔΔΑ αποτελεί η εξάντληση των εθνικών ενδίκων μέσων.
  3. Συμπληρωματικά προς τα ανωτέρω αναφέρουμε και τα ακόλουθα: Η ως άνω εξέλιξη (ήτοι αφενός η – επί της ουσίας σε τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας- απόρριψη των προσφυγών και η επιβολή υπέρογκων δικαστικών εξόδων) συνδέεται με το μείζον πρόβλημα καθυστέρησης των δικών στη χώρα μας, πρόβλημα το οποίο εντοπίζεται με ιδιαίτερη ένταση στο χώρο της διοικητικής δικαιοσύνης και το οποίο έχει καταστήσει την Ελλάδα υπόλογη πλείστες φορές ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Όπως είναι δε γνωστό, όσον αφορά στα ΔΕΤΕ, μολονότι οι σχετικές προσφυγές έχουν ασκηθεί τουλάχιστον ήδη από το έτος 2001, έφθασαν, στις περισσότερες περιπτώσεις, να εκδικασθούν σε πρώτο βαθμό όχι προ του 2008 ενώ το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα, οι εν λόγω προσφυγές εκκρεμούν ενώπιον του ΣτΕ φανερώνει τους ασύλληπτα αργούς ρυθμούς απονομής δικαιοσύνης και τις συνακόλουθες παρενέργειες του φαινομένου αυτού με τις διαδοχικές νομοθετικές και νομολογιακές αλλαγές οι οποίες οδηγούν σε διαφορετική, ανά χρονική περίοδο, δικαστική αντιμετώπιση των ιδίων προσφυγών  και υποσκάπτουν την ασφάλεια δικαίου.
  4. Κατόπιν σειράς καταδικών της χώρας μας από το ΕΔΔΑ, και σε συμμόρφωση προς τις σχετικές αποφάσεις του ως άνω ευρωπαϊκού δικαστηρίου, θεσπίστηκαν τα άρθρα 53 -59 του νόμου 4055/2012 με τα οποία καθιερώθηκε, για πρώτη φορά, προσφυγή με αποζημιωτικό χαρακτήρα σε περίπτωση υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης. Συγκεκριμένα, δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων καθιερώνεται αίτηση δίκαιης ικανοποίησης (εύλογης χρηματικής αποκατάστασης) των διαδίκων για υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης. Την αίτηση μπορούν να ασκήσουν, σύμφωνα με το άρθρο 53 του ανωτέρω νόμου, όλοι οι διάδικοι που έλαβαν μέρος στη δίκη, εξαιρουμένων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των δημοσίων νομικών προσώπων. Με την αίτηση οι διάδικοι προβάλλουν ότι η διαδικασία καθυστέρησε αδικαιολόγητα και συγκεκριμένα ότι διήρκεσε πέραν του ευλόγου χρόνου που απαιτείται για τη διάγνωση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που ανέκυψαν στη δίκη. Η αρμοδιότητα προς εξέταση της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση ανατίθεται σε μονομελείς συνθέσεις του ιδίου βαθμού, προκειμένου να διασφαλισθεί η ταχύτητα στην έκδοση των σχετικών αποφάσεων. Η αίτηση ασκείται εντός προθεσμίας 6 μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης.  Είναι αυτονόητο ότι ο αιτών δίκαιη ικανοποίηση μπορεί να είναι οποιοσδήποτε διάδικος, τόσο ηττηθείς όσο και νικήσας, η αίτηση δε μπορεί να υποβληθεί για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας ξεχωριστά εφόσον ο αιτών θεωρεί ότι καθυστερήσεις παρεισέφρησαν σε όλα τα στάδια εξέλιξης της δίκης. Περαιτέρω προβλέπεται η καταβολή παραβόλου για την άσκηση της αίτησης, ύψους 200 ευρώ. Επίσης καθιερώνεται ορισμός δικασίμου που δεν απέχει πέραν των πέντε (5) μηνών από την κατάθεση της αίτησης καθώς και δίμηνη προθεσμία για την έκδοση της απόφασης, που αρχίζει από τη συζήτησή της με σκοπό την ταχύτερη δυνατή περαίωση της υπόθεσης, ρητά δε προβλέπεται ότι δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της αίτησης.
  5.  Στο άρθρο 57 του ανωτέρω νόμου ορίζονται τα κριτήρια διαπίστωσης της υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης. Τα κριτήρια, όπως επίσης και τα κριτήρια επιδίκασης της δίκαιης ικανοποίησης και το ύψος των επιδικαζομένων κατ’αυτό τον τρόπο ποσών, απηχούν εν πολλοίς τη νομολογία του ΕΔΔΑ επί εξετάσεως αιτημάτων των προσφευγόντων, ενώπιον αυτού, περί εύλογης αποζημίωσης, μετά την κρίση περί παραβιάσεως της ΕΣΔΑ, για την βλάβη που επήλθε από τα αισθήματα άγχους, που τους προκαλούνται από την αβεβαιότητα του χρόνου έκβασης της υποθέσεώς τους. Ο δικαστής κρίνει με βάση τα ανωτέρω κριτήρια, αν υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και σε καταφατική περίπτωση  χορηγεί δίκαιη ικανοποίηση, αποκλειστικά για την προκληθείσα ηθική βλάβη εκ της προσβολής του δικαιώματος του πολίτη για ταχεία δίκη. Η καθυστέρηση δίκης αποτελεί τεκμήριο μαχητό ότι υπήρξε βλάβη, υπάρχουν όμως περιπτώσεις στις οποίες η διαπίστωση και μόνον της παραβίασης θεωρείται επαρκής ικανοποίηση, πρέπει όμως τούτο να αιτιολογείται ειδικώς (Απόφαση ΕΔΔΑ Cochiarella κατά Ιταλίας της 29/3/2006 παρ.95). Σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο αρμόδιος δικαστής, αφού κρίνει ότι συντρέχει υπέρβαση εύλογης διάρκειας της δίκης, αποφαίνεται για το αν πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την τυχόν ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα της κείμενης νομοθεσίας, σ’ αυτά δε περιλαμβάνεται και η επιδίκαση υπέρ αυτού αυξημένης δικαστικής δαπάνης στη δίκη που υπήρξε καθυστέρηση, στο πλαίσιο του επιπέδου ζωής της χώρας. Στο νόμο ρυθμίζονται επίσης ζητήματα εκτέλεσης της απόφασης και ορίζεται προθεσμία έξι μηνών από την κοινοποίηση αυτής στον Υπουργό Οικονομικών για την καταβολή του ποσού της δίκαιης ικανοποίησης. Προβλέπεται επίσης,  η αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του Δημοσίου προς είσπραξη του ανωτέρω ποσού, σε περίπτωση που δεν λάβει χώρα καταβολή αυτού εντός της προαναφερθείσης προθεσμίας (παρ. 1 άρθρου 58).
  6. Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, υφίστανται δύο –διακριτές και παράλληλες- οδοί αντιμετώπισης της κατάστασης ως έχει διαμορφωθεί, ήτοι: α) άσκηση προσφυγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων με αντικείμενο την ακύρωση των ταμειακών βεβαιώσεων δικαστικής δαπάνης ύψους 920 ευρώ και κατόπιν, σε περίπτωση απορρίψεως αυτής, η άσκηση προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ και β) η άσκηση της ως άνω αιτήσεως για, ισόποση με τη συνολική δικαστική δαπάνη, χρηματική ικανοποίηση λόγω παρέλευσης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, είτε εντός έξι (6) μηνών από την έκδοση της απόφασης του ΣτΕ είτε εντός έξι (6) μηνών από την έκδοση της απόφασης του πρώτου βαθμού, η οποία θα επανεκδικάσει την υπόθεση μετά την εξαφάνιση της αρχικής πρωτόδικης απόφασης από το ΣτΕ.

Στη διάθεση σας για κάθε διευκρίνηση,

Με εκτίμηση,

Νικόλαος Γ. Νάκης