Η δικαστική εξέλιξη των προσφυγών ΔΕΤΕ & ΔΕΧΕ

Αθήνα, 7 Αυγούστου 2013

Προς

Ομοσπονδία Τελωνειακών Υπαλλήλων Ελλάδος

Σωματείο Υπαλλήλων Γενικού Χημείου του Κράτους

Κάθε ενδιαφερόμενο δημόσιο υπάλληλο του κλάδου των τελωνειακών ή χημικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

Κάθε συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο του κλάδου τελωνειακών ή χημικών υπαλλήων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

Αξιότιμοι κύριοι,

Θέμα: «Η δικαστική κατάληξη των προσφυγών για την αυτοτελή φορολόγηση των Δικαιωμάτων Εκτέλεσης Τελωνειακών Εργασιών (ΔΕΤΕ) & Δικαιωμάτων Εκτέλεσης Χημικών Εργασιών (ΔΕΧΕ), δυνάμει της παρ. 6 του αρθρ. 14 του ν. 2238/1994 & αρθρ. 10 παρ. 10 ν. 2459/1997»

  1. Μετά την εκδίκαση από το ΣτΕ (Β’ τμήμα) κατά τη δικάσιμο της 22.5.2012, της 5.6.2012 και των επομένων δικασίμων των αιτήσεων αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά αποφάσεων πρωτοβάθμιων δικαστηρίων που έκαναν δεκτές τις προσφυγές των ΔΕΤΕ & ΔΕΧΕ και την έκδοση αποφάσεων που άλλες δέχθηκαν τις αιτήσεις αναίρεσης και άλλες τις απέρριψαν, η τελική δικαστική κατάληξη των προσφυγών ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ, έχει ως ακολούθως:

1.1 Η άσκηση των προσφυγών για την επιστροφή των παρανόμως φορολογηθέντων ποσών από τα ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ, έλαβε χώρα από το γραφείο μας σε συνεργασία με την ΟΤΥΕ και το σωματείο Υπαλλήλων του ΓΧΚ, το Δεκέμβριο του 2003 καθόσον εκείνο το χρονικό σημείο κρίθηκε ότι είχε σχηματισθεί σαφής τάση στην νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων για την αποδοχή των προσφυγών στην πλειονότητά τους (ΣτΕ 1590/1989, 3396/1991, 228/2000 ΔιοικΠρωτΜεσολλογίου ad hoc, 144/2002 Τριμ/λες Διοικητικό Πρωτοδικείο Αγρινίου ad hoc,  881/2003 ΣτΕ Β’ τμήμα, η οποία απέρριψε την αίτηση αναίρεσης λόγω ποσού κλπ). Το γραφείο μας ενέμεινε στην άσκηση προσφυγών μόνο για τα τρία τελευταία οικονομικά έτη (2001,2002 & 2003) λόγω παραγραφής των προηγούμενων ετών (εισοδήματα 1999 και προγενέστερα, ακόμη και εάν μικρή μερίδα της νομολογίας ερμήνευε διαφορετικά την παραγραφή (ερειδόμενη στην περίπτωση υποβολής εντός της τριετίας αίτησης ανάκλησης της φορολογικής δήλωσης και επιστροφής του φόρου- κάτι το οποίο δεν συνέτρεχε στην περίπτωση άσκησης απ΄ευθείας προσφυγών κατά των εκκαθαριστικών).

1.2 Η πλειονότητα των προσφυγών εκδικάσθηκε στον πρώτο βαθμό στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά τα έτη 2005 & 2006 και στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών τα έτη 2009-2011, έγιναν στην πλειοψηφία τους δεκτές και ακολούθησε η εκκαθάριση του φόρου και η επιστροφή του από τη Δ.Ο.Υ. Αξίζει να τονίσουμε στο σημείο αυτό, ότι η εκκαθάριση του φόρου μετά την έκδοση της θετικής απόφασης και την επίδοση της στην Δ.Ο.Υ., δεν είναι μόνο δικαίωμα του φορολογούμενου, αλλά και αυτεπάγγελτη υποχρέωση της Δ.Ο.Υ και ως εκ τούτου η εκκαθάριση της δήλωσης σύμφωνα με το διατακτικό της δικαστικής απόφασης και η έκδοση εκκαθαριστικού επιστροφής του ποσού θα γινόταν ακόμη και στην περίπτωση που δεν το ζητούσε ο προσφεύγων.

1.3 Μετά την επίδοση της απόφασης στη Δ.Ο.Υ, ο προϊστάμενος κάθε  Δ.Ο.Υ όφειλε εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της, να ασκήσει έφεση ενώπιον του Τριμ/λούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, σύμφωνα με σχετική υποχρέωση του από Κώδικα Δικών περί Δημοσίου, η οποία επιτάσσει την εξάντληση όλων των ενδίκων μέσων, εκτός εάν υπάρχει ειδική εντολή από το ΝΣΚ.  Ωστόσο, η υποχρέωση αυτή δεν τηρήθηκε ούτε από όλες τις Δ.Ο.Υ. ούτε σε όλες τις υποθέσεις και ως εκ τούτου αρκετές από τις προσφυγές κατέστησαν τελεσίδικες και ακολούθως αμετάκλητες από τον πρώτο βαθμό.

1.4 Αναφορικά με το στάδιο των εφέσεων, λόγω μεταβολής των προϋποθέσεων άσκησης της έφεσης και ειδικότερα αύξησης του ορίου του παραδεκτού από την 8.6.2008 στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) Ευρώ, δημιουργήθηκαν οι ακόλουθες διακρίσεις:

(i) Εφέσεις κατά αποφάσεων των ετών 2005, 2006, 2007 & α΄ εξαμήνου 2008, οι οποίες εκδικάσθηκαν μέχρι το Μάρτιο του 2012 από τα Διοικητικά Πρωτοδικεία (σε τριμελή σύνθεση). Οι εφέσεις αυτές στην πλειοψηφία τους απορρίφθηκαν στο δεύτερο βαθμό και επικυρώθηκαν οι πρωτόδικες αποφάσεις.

(ii) Εφέσεις κατά αποφάσεων 2008 (β΄εξάμηνο) & 2009 (μετά το έτος αυτό οι Δ.Ο.Υ. λόγω του προφανούς απαραδέκτου του ενδίκου μέσου της έφεσης, ασκούσαν αιτήσεις αναίρεσης), οι οποίες απερρίφθησαν στο σύνολο τους από τα Διοικητικά Εφετεία λόγω ποσού.

(iii) Εφέσεις κατά αποφάσεων των 2005, 2006, 2007 & α΄ εξαμήνου 2008, οι οποίες εκδικάσθηκαν σε δεύτερο βαθμό μετά το Φεβρουάριο του 2012, οπότε και είχε εκδοθεί η με αριθμ. 670/2012 απόφαση του ΣτΕ, η οποία έκρινε ως συνταγματική τη φορολόγηση (αναλυτικότερα κατωτέρω) και οι οποίες (εφέσεις) έγιναν δεκτές, επανακρίθηκε η υπόθεση στην ουσία της και απορρίφθηκε η προσφυγή. Στην περίπτωση αυτή, τα εκκαθαρισθέντα βάσει της πρωτόδικης απόφασης ποσά, θεωρούνται ως αδικαιολογήτως εισπραχθέντα και οι Δ.Ο.Υ δύναται να τα βεβαιώσουν σε βάρος των προσφευγόντων με ατομική ειδοποίηση και ακολούθως να αναζητήσουν την πληρωμή τους με τη διαδικασία του ΚΕΔΕ.  Στην περίπτωση που ο προσφεύγων επιστρέψει το ληφθέν πρωτοδίκως ποσό, τότε το γραφείο μας με πιστωτικό τιμολόγιο και καταβολή σε τραπεζικό λογαριασμό του προσφεύγοντα, επιστρέφει την πρωτοδίκως εισπραχθείσα εργολαβική αμοιβή, σύμφωνα τόσο με ρητό όρο του σχετικού εργολαβικού αλλά και ρητής υποχρέωσης από τον Κώδικα Περί Δικηγόρων.

1.5 Περαιτέρω, αναφορικά με την τύχη των αναιρέσεων των Δ.Ο.Υ., έλαβαν χώρα τα ακόλουθα:

(α) Το έκτακτο ένδικο μέσο της αναίρεσης μπορούσε να ασκηθεί μόνο κατά δευτεροβάθμιων αποφάσεων που απέρριψαν τις εφέσεις των Δ.Ο.Υ καθώς και πρωτόδικων αποφάσεων που εξεδόθησαν μετά την 8.6.2008 και δεν ήταν δυνατόν να προσβληθούν με έφεση λόγω χρηματικού αντικειμένου.

(β) Προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης, ήταν το χρηματικό αντικείμενο να υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) Ευρώ, εκτός εάν η επίλυση της διαφοράς έχει ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις ή με την εκδοθησομένη απόφαση θα επιλύονταν ένα σπουδαίο νομικό ζήτημα. Σημειώνουμε ότι με την ως άνω αναφερόμενη 881/2003 ΣτΕ (β’ τμήμα) είχε από τότε απορριφθεί ως αόριστος σχετικός ισχυρισμός του δημοσίου περί πρόκλησης ευρύτερων δημοσιονομικών επιπτώσεων από την επίδικη διαφορά των ΔΕΤΕ.

(β) Όπως ακριβώς συνέβη και με τις εφέσεις, δεν ασκήθηκαν αναιρέσεις από όλες τις Δ.Ο.Υ σε όλες τις αποφάσεις, αλλά αυτό εξαρτήθηκε από την στελέχωση και την οργάνωση της κάθε εφορίας

(γ) Το κείμενο της αναίρεσης ήταν προδιατυπωμένο και ο ισχυρισμός για την εξαίρεση της επίδικης διαφοράς από το χρηματικό όριο των 40.000 € ήταν περιληπτικός και αναφερόταν στο σπουδαίο νομικό ζήτημα που ετίθετο από τη νομιμότητα ή μη της αυτοτελούς φορολόγησης των ΔΕΤΕ με συντελεστή 15%.

(δ) Από την άλλη πλευρά, ο γενικός επίτροπος επικρατείας είχε ασκήσει την από 3.9.2009 αναίρεση υπέρ του νόμου. Σημειώνουμε ότι η αναίρεση υπέρ του νόμου αποτελεί ειδική μορφή αναίρεσης, η οποία ασκείται ανεξάρτητα από τους διαδίκους και τους ως άνω περιορισμούς των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αναίρεσης, με την οποία ο γενικός επίτροπος αιτείται από το ΣτΕ να γνωμοδοτήσει ουσιαστικά για το επίδικο νομικό ζήτημα, προκειμένου εφεξής να παραχθεί ενιαία νομολογιακή γραμμή από τα κατωτέρα δικαστήρια. Μάλιστα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν επιτρέπεται η παράσταση του ηττηθέντος διαδίκου (εν προκειμένω του τελωνειακού υπαλλήλου),  ο οποίος στην προκείμενη περίπτωση είχε εκπροσωπηθεί από άλλο δικηγόρο. Η αίτηση αυτή αναίρεσης, μετά από αρκετές αναβολές, εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης του Β τμήματος του ΣτΕ κατά τη δικάσιμο της 11.1.2012 και μετά από σαράντα (40) ημέρες, στις 21.2.2012, εκδόθηκε η με αριθμ. 670/2012 απόφαση που έκρινε ως συνταγματική τη φορολόγηση των ΔΕΤΕ. Είναι ευνόητο, ότι έκτοτε όλες οι προσφυγές που δεν είχαν εκδικασθεί εισέτι καθώς και όλες οι εκκρεμείς εφέσεις στο Τριμ/λές Διοικητικό Πρωτοδικείο (δηλ. οι ασκηθείσες πριν τις 8.6.2008) ακολουθούν την νομολογία του ΣτΕ, ήτοι οι μεν προσφυγές απορρίπτονται ενώ οι εφέσεις γίνονται δεκτές και απορρίπτεται η προσφυγή την ουσία της.

(ε) Αναφορικά με την τύχη των εκκρεμών αιτήσεων αναίρεσης από τις Δ.Ο.Υ. κατά πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων αποφάσεων, το ΣτΕ έκρινε ως ακολούθως:

(i) Αρχικά με τη με αριθμ. 3325/2011 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, απερρίφθη ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας  ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου περί εξαίρεσης από το χρηματικό όριο των 40.000 € λόγω σπουδαίου νομικού ζητήματος «αναγόμενο στη νομιμότητα της αυτοτελούς φορολόγησης των ΔΕΤΕ με συντελεστή 15%» και απορρίφθηκε η κρινόμενη αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου.

(ii) Ακολούθως όμως με σειρά αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν μετά την 670/2012, κρίθηκε ότι λόγω της επίλυσης της διαφοράς με την απόφαση αυτή, γεννάται αυτεπάγγελτα σπουδαίος λόγος, αναγόμενος στην αντίθεση της προσβαλλόμενης απόφασης με την πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ, μόνο όμως για τις αναιρέσεις που ασκήθηκαν κατά την περίοδο ισχύος του αρθρ. 35 του ν. 3772/2009 (που ρύθμιζε τις προϋποθέσεις παραδεκτού της αναίρεσης για διαφορά κάτω από 40.000 €), ήτοι για αναιρέσεις που κατατέθηκαν στις γραμματείες των προσβαλλομένων αποφάσεων από 10.7.2009 μέχρι 31.12.2010. Στις περιπτώσεις αυτές, το ΣτΕ αναιρεί τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, παραπέμπει εκ νέου την υπόθεση στο δικαστήριο της ουσίας για επανεκδίκαση (όπου θα απορριφθεί η προσφυγή και παράλληλα η Δ.Ο.Υ θα ζητήσει πίσω τα εκκαθαρισθέντα ποσά) και επιβάλλει δικαστική δαπάνη μέχρι 920 € στον κάθε αναιρεσίβλητο, ακόμη και εάν δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης.

(iii) Για αναιρέσεις όμως που ασκήθηκαν μετά την 1.1.2010 (δηλ. κατά προσέγγιση για αποφάσεις των πρωτόδικων δικαστηρίων ή των εφετείων που εκδόθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή), κρίθηκε από το ΣτΕ ότι λόγω πλέον της ισχύος του αρθρ. 1 του ν. 3900/2010, το χρηματικό όριο των 40.000 € δεν κάμπτεται για οποιοδήποτε λόγο και ως εκ τούτου οι αναιρέσεις απορρίπτονται.

(iv) Τέλος, μία μικρή μερίδα αναιρέσεων της περίπτωσης (iii) δεν εισήχθησαν προς συζήτηση στο ΣτΕ αλλά αρχειοθετήθηκαν στις γραμματείες των Πρωτοδικείων, λόγω έκδοσης γνωμοδότησης από το ΝΣΚ περί ενδεχόμενης αρνητικής έκβασης της αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με την αρθρ. 3 του ν. 3900/2010  (παρόλο του τελικά το ΣτΕ έκρινε αντίθετα με τις προβλέψεις του ΝΣΚ…).

1.5.1 Σημειώνουμε τέλος ότι η ενδεχόμενη επιστροφή των εκκαθαρισθέντων ΔΕΤΕ στις Δ.Ο.Υ. λόγω αναίρεσης της αρχικής πρωτόδικης απόφασης, δεν γεννά υποχρέωση για επιστροφή της αμοιβής μας διότι δεν υφίσταται τέτοια συμφωνία αλλά και σχετική υποχρέωση από το Κώδικα Περί Δικηγόρων, σε κάθε δε περίπτωση διότι η εξέλιξη της νομολογίας του ΣτΕ για μία ομάδα προσφευγόντων ήταν αδύνατο να προβλεφθεί με βάση τη νομολογία και τη σχετική αναιρετική νομοθεσία κατά το χρόνο ανάληψης της υπόθεσης.

  1. Περαιτέρω, προς άρση εσφαλμένων εντυπώσεων, σημειώνουμε τα ακόλουθα:

(α) Με όσες υποθέσεις εκδικάσθηκαν και εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό μετά τις 21.2.2012 (και την έκδοση της 670/2012), η παράσταση μας ερήμην και η απόρριψη της προσφυγής λόγω μη συμπλήρωσης του παραβόλου (από το αρχικώς κατατεθέν των 4,5 €) σε 100 €, δεν έγινε λόγω αμέλειας του γραφείου μας αλλά σκόπιμα διότι η συμπλήρωση του παραβόλου με κατάθεση επιπλέον 95,5 € από τον προσφεύγοντα, μόνο οικονομική επιβάρυνση θα επέφερε στον εντολέα καθόσον η κατάληξη της δίκης ήταν προδιαγεγραμμένη

(β) Για δικονομικούς και τυπικούς λόγους, η επίδοση όλων των δικογράφων εκτός της κλήσης για τη συζήτηση των προσφυγών στον πρώτο βαθμό (δηλ. εφέσεις, αναιρέσεις, αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν τις εφέσεις και τις αναιρέσεις), πρέπει να διενεργείται στην κατοικία των προσφευγόντων και όχι στο γραφείο μας. Μετά την επίδοση των δικογράφων, το γραφείο μας αναλαμβάνει την καταχώριση της πορείας της υπόθεσης και την παρακολούθηση των νομικών εξελίξεων.

  1. Τέλος, έχουμε πλήρη επίγνωση ότι η ανωτέρω αναφερόμενη περιπτωσιολογία δεν είναι εύκολο να γίνει αντιληπτή στον κάθε εντολέα μας, όπως επίσης δεν είναι δυνατό να γνωρίζει ο κάθε προσφεύγων σε ποιά κατηγορία εντάσσεται. Για το λόγο αυτό, το γραφείο μας ανά τακτά χρονικά διαστήματα ενημερώνεται από τις γραμματείες των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων της Αθήνας και του Πειραιά καθώς και το από το ΣτΕ για την πορεία των εκκρεμών προσφυγών, εφέσεων και αναιρέσεων και τηρεί μηχανογραφημένο ηλεκτρονικό σύστημα καταχώρισης της πορείας κάθε υπόθεσης.  Για οποιαδήποτε συνεπώς πληροφορία σχετικά με τα ανωτέρω, μπορείτε να καλείτε τη Δικηγόρο κα Μαρία Δημητρίου όλες τις εργάσιμες ημέρες και ώρες από 10.00 πμ έως 4.00 μμ στα τηλέφωνα επικοινωνίας του γραφείου μας.

Στη διάθεση σας για κάθε διευκρίνηση,

Με εκτίμηση,  

Νικόλαος Γ. Νάκης