«Δικονομική αντιμετώπιση της επιβληθείσας δικαστικής δαπάνης στις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκαναν δεκτές αναιρέσεις του Ελληνικού Δημοσίου κατά των πρωτοδίκων αποφάσεων ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ»

Προς

  1. Ομοσπονδία Τελωνειακών Υπαλλήλων Ελλάδος
  2. Σωματείο Υπαλλήλων Γενικού Χημείου του Κράτους
  3. Κάθε ενδιαφερόμενο δημόσιο υπάλληλο του κλάδου των τελωνειακών ή χημικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
  4. Κάθε συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο του κλάδου τελωνειακών ή χημικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

Αξιότιμοι κύριοι,

Θέμα: «Δικονομική αντιμετώπιση της επιβληθείσας δικαστικής δαπάνης στις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκαναν δεκτές αναιρέσεις του Ελληνικού Δημοσίου κατά των πρωτοδίκων αποφάσεων ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ»

  1. Αναφορικά με τις αναιρέσεις των πρωτόδικων αποφάσεων ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ και σε συνέχεια των προηγούμενων ανακοινώσεών μας (7.8.2013 & 5.5.2014), διασαφηνίζουμε τα ακόλουθα:
  1. To ιστορικό της άσκησης των προσφυγών ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ έχει ως εξής:

(α) Οι πρώτες προσφυγές ασκήθηκαν το 1997 στην επαρχία και ειδικότερα στο Μεσολλόγι και στο Αγρίνιο. Μετά την έκδοση θετικών αποφάσεων στο πρώτο βαθμό και ακολούθως την απόρριψη των εφέσεων του Ελληνικού Δημοσίου στο δεύτερο βαθμό, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε αναίρεση στο ΣτΕ. Επ’αυτής εξεδόθη η με αριθμ. 881/2003 απόφαση του, η οποία έκρινε ότι δεν συντρέχουν δημοσιονομικοί λόγοι παράκαμψης του ορίου των 2.000.000 δρχ. (το οποίο ήταν τότε το ελάχιστο ύψος μίας διοικητικής διαφοράς για την άσκηση αναίρεσης).

(β) Ακολούθως, δεδομένου ότι είχαν εξαντληθεί όλοι οι βαθμοί δικαιοδοσίας, το γραφείο μας σε συνεργασία με την Ομοσπονδία Τελωνειακών Υπαλλήλων Ελλάδος καθώς το Σωματείο Υπαλλήλων του Γενικού Χημείου του Κράτους, εκτίμησε ότι υφίσταται πλέον συγκροτημένη νομολογιακή γραμμή για την άσκηση προσφυγών, οι οποίες θα έχουν μεγάλες πιθανότητες ευδοκίμησης. Σημειώνεται ότι το γραφείο μας ακολούθησε στενή ερμηνεία των διατάξεων περί παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου και ασκούσε από το τέλος του 2003 και εφεξής, προσφυγές μόνο για τα τελευταία τρία οικονομικά έτη.

(γ) Οι εκτιμήσεις μας αυτές επιβεβαιώθηκαν, ήτοι τόσο το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά στην συντριπτική του πλειονότητα  (90%) όσο και το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (με ποσοστό ευδοκίμησης 70-80%) έκαναν δεκτές τις προσφυγές. Σημειώνουμε ότι μετά την έκδοση θετικής απόφασης και την επίδοση της στη Δ.Ο.Υ., η τελευταία προέβαινε σε αυτεπάγγελτη συμμόρφωση με την απόφαση, επανεκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης και επιστροφή του φόρου, χωρίς οποιοδήποτε αίτημα του προσφεύγοντος. Με άλλα λόγια, δεν υπήρχε δυνατότητα παρακράτησης των χρημάτων από τη Δ.Ο.Υ μέχρι την έκδοση απόφασης είτε επί της ασκηθείσας έφεσης είτε επί ασκηθείσας αναίρεσης.

(δ) Επί των πρωτόδικων αποφάσεων που είχαν εκδοθεί μέχρι 7.6.2008, ασκήθηκαν ενίοτε (και όχι πάντα – όπως έχουμε αναφέρει στα προηγούμενα σημειώματα μας), εφέσεις από τις Δ.Ο.Υ, οι οποίες, σχεδόν όλες, απορρίπτονταν από τα Τριμελή Διοικητικά Πρωτοδικεία (τα οποία εκδίκαζαν τις υποθέσεις σε δεύτερο βαθμό). Τονίζουμε ότι σε όσες υποθέσεις απορρίφθηκαν πρωτοδίκως οι προσφυγές όπως επίσης και σε όσες έγιναν δεκτές οι εφέσεις του Ελληνικού Δημοσίου, ουδεμία δικαστική δαπάνη επιβλήθηκε σε βάρος του προσφεύγοντος.

(δ) Στις 7 Ιουνίου 2008, τροποποιήθηκε ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, δυνάμει του ν. 3659/2008, οπότε το όριο για την άσκηση έφεσης ανήλθε στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000 €). Ως εκ τούτου, οι Δ.Ο.Υ δε μπορούσαν εφεξής να ασκήσουν έφεση κατά των πρωτόδικων αποφάσεων (όσες ασκήθηκαν απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες από τα Διοικητικά Εφετεία) και απέμεινε μόνο η άσκηση αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης.  Όπως, έχουμε ήδη επισημάνει, δεν ασκήθηκαν αναιρέσεις από όλες τις Δ.Ο.Υ. κατά όλων των πρωτόδικων αποφάσεων που τους επιδόθηκαν μετά την 7.6.2008. Χαρακτηριστικά, στο γραφείο μας, το ποσοστό των αναιρέσεων επί πρωτόδικων αποφάσεων ανέρχεται σε 20% επί του συνόλου των προσφυγών.

  1. Επί των αναιρέσεων αυτών, εμφανίσθηκε η ακόλουθη περιπτωσιολογία:

2.1 Η πρώτη νομολογιακή γραμμή διαμορφώθηκε μετά τη δημοσίευση του Ν. 3772/2009, δυνάμει του άρθρου 35 παρ.1 του οποίου, εισήχθη, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης εκ μέρους του Δημοσίου, η προϋπόθεση το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς να υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) Ευρώ. Με την ίδια διάταξη, προβλέφθηκε κάμψη του κανόνα αυτού,  εφόσον η επίλυση της διαφοράς έχει ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις ή με την εκδοθησομένη απόφαση επιλύεται ένα σπουδαίο νομικό ζήτημα. Υπό το νομοθετικό αυτό πλέγμα, εξεδόθη η με αριθμ. 3325/2011 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ (Δ.Ο.Υ. Ν. Ηρακλείου κατά Ιωαννίδη), με την οποία απερρίφθη η αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του σχετικού ισχυρισμού του Ελληνικού Δημοσίου περί εξαίρεσης από το χρηματικό όριο των 40.000 € λόγω σπουδαίου νομικού ζητήματος «αναγόμενο στη νομιμότητα της αυτοτελούς φορολόγησης των ΔΕΤΕ με συντελεστή 15%».Συνεπεία της ως άνω αποφάσεως, σημαντικός αριθμός αναιρέσεων κατά των πρωτόδικων αποφάσεων ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ  απορρίπτονταν, σε δικαστικό σχηματισμό συμβουλίου, ως προδήλως απαράδεκτες, και αρχειοθετούνταν. Έτσι, σε μία σειρά υποθέσεων εντολέων μας (ΔΟΥ Ν. Ηρακλείου κατά Ν. Χ., ΔΟΥ Χαϊδαρίου κατά Α. Κ., Δ.Ο.Υ Βύρωνα κατά Α. Μ.  κλπ), παρά το γεγονός ότι ασκήθηκαν αναιρέσεις, αυτές τελικά αρχειοθετήθηκαν και οι εντολείς μας διατήρησαν τα επιδικασθέντα σε αυτούς, δυνάμει των πρωτόδικων αποφάσεων, ποσά.

2.2 Επιπρόσθετα, με το αρθρ. 3 του ν. 3900/2010 προβλέφθηκε ότι το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους έπρεπε υποχρεωτικά να γνωμοδοτήσει για την πιθανότητα ευδοκίμησης της αναίρεσης εντός τριών μηνών από την άσκηση της, διαφορετικά η υπόθεση αρχειοθετούνταν στο δικαστήριο που είχε ασκηθεί. Η ισχύς της διάταξης αυτής ήταν βραχύβια, πλην όμως κατά τη διάρκεια της αρχειοθετήθηκαν ορισμένες αναιρέσεις του Ελληνικού Δημοσίου κυρίως από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά , το οποίο εφάρμοσε άμεσα τη διάταξη (Σπ.Δ., Χρ. Ι., Κ. Ν., Σ Ντ.- Κ. κλπ)

2.3 Μετά όμως τη δημοσίευση της υπ΄αριθμ. 670/2012 αποφάσεως ΣτΕ, με την οποία το Β΄τμήμα αποφάνθηκε σε αίτηση αναίρεσης υπερ του νόμου από το Γενικό Επίτροπο, ότι είναι συνταγματική η φορολόγηση των ΔΕΤΕ (τονίζουμε ότι η αναίρεση υπερ του νόμου αποτελεί ουσιαστικά ερμηνευτική διαδικασία και έχει θεωρητικές συνέπειες  και για το λόγο αυτό κατά την εκδίκαση της δεν επιτρέπεται παράσταση του αναιρισβλήτου), το Β τμήμα του ΣτΕ σε εμβόλιμες δικασίμους, κατά κύριο λόγο στις 22.5.2012 και 5.6.2012, προσδιόρισε τις εκκρεμείς μέχρι τότε αναιρέσεις.

2.4 Στη δικάσιμο της 22.5.2012 παρασταθήκαμε, με εντολή και δαπάνη της ΟΤΥΕ, όπου διατυπώσαμε τη νομική μας άποψη ότι όλες οι εκκρεμείς αναιρέσεις πρέπει να εξακολουθήσουν ν’ απορρίπτονται ως απαράδεκτες σε συνέχεια της διαμορφωθείσας με τη με αριθμ. 3325/20111 απόφασης της Ολομελείας του δικαστηρίου αυτού. Παρολ’αυτά, το Β‘ τμήμα έκρινε ότι πλέον η οριστική επίλυση της διαφοράς από το ΣτΕ δημιουργούσε σπουδαίο λόγο αναίρεσης των αντίθετων αποφάσεων, κατ΄εξαίρεση από το ως άνω χρηματικό όριο, εφόσον όμως επρόκειτο για  αναιρέσεις που κατατέθηκαν στις γραμματείες των προσβαλλομένων αποφάσεων από 10.7.2009 μέχρι 31.12.2010.

2.5 Για αναιρέσεις που ασκήθηκαν μετά την 1.1.2011 (δηλ. κατά προσέγγιση για αποφάσεις των πρωτόδικων δικαστηρίων ή των εφετείων που εκδόθηκαν λίγο πριν την ημερομηνία αυτή), λόγω πλέον της ισχύος του αρθρ. 1 του ν. 3900/2010, το ΣτΕ έκρινε ότι το χρηματικό όριο των 40.000 € δεν κάμπτεται για οποιοδήποτε λόγο και ως εκ τούτου οι αναιρέσεις απορρίπτονται (όπως Δ.Ο.Υ Π. Φαλήρου κατά Α. Δ., Δ.Ο.Υ ΙΖ΄ Αθηνών κατά Αθ. Α., Δ.Ο.Υ Αργυρούπολης κατά Θ. Π., Δ.Ο.Υ Βύρωνα κατά Αθ. Π. κλπ).

2.6 Στη συνέχεια όμως, εξεδόθη η υπ΄αριθμ. 1647/2013 απόφαση του Β’ τμήματος, η οποία έκρινε ότι πράγματι ισχύει το όριο των 40.000 €, όμως αυτό κάμπτεται με την εφαρμογή της εξαίρεσης της παρ. 2 του αρθρ. 3900/2010, η οποία ορίζει ότι χωρεί, κατά παρέκλιση, εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης από το ΣτΕ, εφόσον η πρωτόδικη απόφαση έχει κρίνει διάταξη νόμου ως αντισυνταγματική και παράλληλα δεν έχει εκδοθεί μέχρι την άσκηση της αναίρεσης απόφαση από το ΣτΕ περί της αντισυνταγματικότητας ή μη της επίμαχης διάταξης και ότι στις  πρωτόδικες αποφάσεις των ΔΕΤΕ υφίσταται κρίση περί της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων που επιβάλλουν αυτοτελή φορολόγηση του 50%. Συνεπώς, δεδομένου ότι το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας ή μη της φορολόγησης των ΔΕΤΕ, λύθηκε με την υπ΄αριθμ. 670/2012 απόφαση του ΣτΕ η οποία δημοσιεύθηκε την 21.2.2012, προκύπτει ότι όσες αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν πριν από την εν λόγω ημερομηνία γίνονται δεκτές. Αντίθετα απορρίπτονται ως απαράδεκτες για το λόγο αυτό, όσες αιτήσεις αναιρέσεως ασκούνται μετά την 21.2.2012 .

  1. Είναι  εύλογο ότι λόγω της επαγγελματικής μας υπόστασης ως συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης, δεν θα προβούμε σε οποιοδήποτε σχολιασμό και κρίση επί των άνω αποφάσεων, πλην όμως η επιβολή δικαστικής δαπάνης ίσης ή ακόμη και μεγαλύτερης χρηματικής αξίας σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης, ενόσω, σύμφωνα με το αρθρ. 39 του ΠΔ 18/1989 (Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το ΣτΕ), ορίζεται ότι «Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να απαλλάξει, ολικά ή μερικά, από τη δικαστική δαπάνη, τον ητημμένο διάδικο» είναι άδικη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εύλογα και αδιαμφισβήτητα συντρέχουν οι περιστάσεις απαλλαγής από τη δικαστική δαπάνη διότι η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε από τον προσφεύγοντα υπάλληλο, το αντικείμενο της διαφοράς είναι μικρότερο από τη δαπάνη, η χρονική έκταση της δίκης ξεπέρασε σε πολλές περιπτώσεις τα δέκα (10) έτη, οι δικονομικές προϋποθέσεις άσκησης και εκδίκασης των προσφυγών μεταβλήθηκαν ριζικά εντός του διαστήματος αυτού και ακόμη περισσότερο το αποτέλεσμα σε ορισμένες απ’αυτές ήταν συνάρτηση απρόβλεπτων παραγόντων κατά τον χρόνο άσκησης τους. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και εξ αντικειμένου, καθώς πανομοιότυπες μεταξύ τους προσφυγές είχαν τελικώς ουσιωδώς διάφορη τύχη, υπαγορευόμενη από αστάθμητους παράγοντες όπως ο προσδιορισμός δικασίμου για κάθε μία από τη γραμματεία του δικαστηρίου,  η επιμέλεια της εκάστοτε ΔΟΥ στην άσκηση των ενδίκων μέσων, ο χρόνος κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, το ισχύον νομολογιακό καθεστώς το οποίο μεταβαλλόταν από στιγμή σε στιγμή κοκ. Τονίζουμε ότι, για το ζήτημα αυτό, έχουμε κατ’επανάληψη, σε συνεργασία με την ΟΤΥΕ, προβεί σε παραστάσεις ενώπιον του προέδρου και των λοιπών μελών του τμήματος αυτού.
  2.  Σε κάθε όμως περίπτωση, για όσες αναιρέσεις  του Ελληνικού Δημοσίου δεν έχουν εκδικασθεί ακόμη, φρόνιμο θα ήταν να καταργηθεί η δίκη με παραίτηση από την αναίρεση από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ, εφόσον πρώτα επιστραφούν τα πρωτοδίκως εισπραχθέντα ποσά. Ειδικότερα, ο προσφεύγων, θα πρέπει να απευθυνθεί στη Δ.Ο.Υ. και σε συνεργασία με τον προϊστάμενο ττης Δ.Ο.Υ., να επιστρέψει το ποσό που είχε λάβει με την πρωτόδικη απόφαση. Ακολούθως, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, ελλείπει πλέον το αντικείιμενο της αναιρετικής δίκης και ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. οφείλει να παραιτηθεί από την αναίρεση. Σε περίπτωση καθυστέρησης ή αδράνειας από τον προϊστάμενο, το γραφείο μας δύναται, μετά από συμφωνία με τον ενδιαφερόμενο, να προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα στο ΣτΕ και να επιμεληθεί της διαδικασίας κατάργησης της δίκης .
  3. Για τις υποθέσεις που έχει επιβληθεί δικαστική δαπάνη, η θέση μας είναι η ακόλουθη:

(α) Όπως αναφέραμε η επιβολή δικαστικής δαπάνης απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Το δε ποσό της δικαστικής δαπάνης, δυνάμει σχετικής απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ (138/2004), ορίσθηκε σε 460 € για την σύνταξη της αναίρεσης και σε 460 € για την παράσταση του αναιρεσείοντος ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αναίρεσης με δικηγόρο. Επί των ως άνω ποσών επβάλλεται ΤΑΧΔΙΚ 20%. Συνεπώς, η δικαστική δαπάνη για την πλειονότητα των αναιρέσεων που έγιναν δεκτές ανήλθε σε 920 € (υπήρχαν όμως και περιπτώσεις όπου λόγω της μη παράστασης δικηγόρου του Δημοσίου κατά τη συζήτηση η δαπάνη περιορίσθηκε σε 460 €).

(β) Η δε δικονομική αντιμετώπιση της επιβληθείσας δικαστικής δαπάνης λαμβάνει χώρα με την άσκηση ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης (μπορεί να ασκηθεί μία ανακοπή κατά περισσότερων δικαστικών δαπανών που ενεγράφησαν όμως σε μία ταμειακή βεβαίωση), εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης, άλλως από την πλήρη γνώση αυτής. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλει την καταβολή του 50% της οφειλής, ενώ το υπόλοιπο μεν δεν καταβάλλεται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης πλην όμως επιβαρύνεται με προσαυξήσεις. Το κόστος άσκησης της προσφυγής ανέρχεται σε 350 €  (χωρίς τα παράβολα και το ΦΠΑ επί της καθαρής αμοιβής).

(γ)  Παράλληλα, είναι δυνατή η άσκηση αίτησης για, ισόποση με τη συνολική δικαστική δαπάνη, χρηματική ικανοποίηση λόγω παρέλευσης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, είτε εντός έξι (6) μηνών από την έκδοση της απόφασης του ΣτΕ είτε εντός έξι (6) μηνών από την έκδοση της απόφασης του πρώτου βαθμού, η οποία θα επανεκδικάσει την υπόθεση μετά την εξαφάνιση της αρχικής πρωτόδικης απόφασης από το ΣτΕ. Το κόστος άσκησης της αίτησης αυτής ανέρχεται σε 350 € (μαζί με τα παράβολα).

  1. Σημειώνουμε τέλος ότι μετά την αποδοχή της αίτησης αναίρεσης από το ΣτΕ, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και η υπόθεση παραπέμπεται στον πρώτο βαθμό και έκδοση νέας απόφασης σε συμμόρφωση με την απόφαση του ΣτΕ. Στον πρώτο βαθμό οι πιθανατότητες ανατροπής της νομολογίας του ΣτΕ είναι μηδενικές και συνεπώς όλες οι προσφυγές θα απορριφθούν και μάλιστα σε συμβούλιο. Περαιτέρω, κατά την εκδίκαση των υποθέσεων στο πρώτο βαθμό, δεν επιβάλλεται, κατά πάγια πρακτική δικαστική δαπάνη.
  2. Στη διάθεση σας για κάθε περαιτέρω διευκρίνηση,

Με εκτίμηση,

Νικόλαος Γ. Νάκης

Η δικονομική διαδρομή των προσφυγών των ΔΕΤΕ/ΔΕΧΕ μέχρι και την έκδοση των αποφάσεων επί των αναιρέσεων, αναλύεται λεπτομερειακά στις από 7.8.2013 & 5.4.2014 ανακοινώσεις μας. Η παρούσα ανακοίνωση εστιάζει περισσότερο στο ζήτημα της δικαστικής δαπάνης.  Σε κάθε όμως περίπτωση δεν μπορούμε να παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι με τη με αριθμ. 2177/2011 απόφαση του το ίδιο τμήμα, έκρινε ότι σε πρωτόδικη απόφαση επί προσφυγής για τα ΔΙΒΕΕΤ δεν υφίστατο ρητή κρίση περί αντισυγματικότητας της αυτοτελούς φορολόγησης του 59% και απέρριψε την αίτηση αναίρεσης.

Σημειώνεται ότι η διαδικασία αυτή είναι πρωτόγνωρη διότι μέχρι την έκδοση απόφασης από το ΣτΕ που εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση δεν υφίσταται οφειλή του προσφεύγοντα υπαλλήλου προς τη Δ.Ο.Υ και συνεπώς δεν έχει εκδοθεί ταυτότητα οφειλής. Η διαφορά μεταξύ προσφεύγοντα και Δ.Ο.Υ είναι μόνο ένδικη και η διαδικασία αυτή εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της φορολογικής συμμόρφωσης. Λόγω δε της παραδοξότητας η συμμμόρφωση να γίνεται όχι λόγω ληξιπρόθεσμης οφειλής αλλά λόγω του κινδύνου επιβολής δικαστικής δαπάνης μεγαλύτερης της οφειλής, δεν υπάρχει σχετικό υπόδειγμα προς αποστολή και ως εκ τούτου η διαδικασία θα πρέπει να διεκπεραιωθεί σε συνεργασία με τον προϊστάμενο της κάθε Δ.Ο.Υ.